Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Ένας μούκος στην Αθήνα

Γράφω αυτό το ποστ καθισμένη στα γόνατα, με το λαιμό μου τυλιγμένο σε μια ασημογάλαζη πασμίνα. Και σκέφτομαι…

Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα, τις πέρασα στην Αθήνα. Να σας πω την αλήθεια, δεν πήγα τόσο για την εκδρομή. Πήγα για να δω τη Λούζι μου, που μου είχε λείψει πολύ. Και για να σας πω και μια άλλη αλήθεια, πέρασα τόσο όμορφα, που άξιζε τον κόπο και τα «γκουχ γκουχ» που ακούγονται μετά την επιστροφή μου από το δωμάτιό μου.

Από το Βόλο, για να πας οπουδήποτε, πρέπει να πας με το τοπικό τραίνο στη Λάρισα, κι από εκεί να πάρεις ανταπόκριση για όποια πόλη θες. Καταβάλαμε φιλότιμες προσπάθειες να βρω εισιτήριο για Αθήνα, αλλά δεν υπήρχε θέση…Τι να κάνω, είπα δεν πειράζει, πιθανότατα θα πάω πάνω από το κεφάλι του ή της διπλανού της και θα μιλάω ακατάπαυστα (δεν μου είναι και κάτι δύσκολο).Ε, που θα πάει, δε θα αντέξει. Αλλά μπαίνοντας στο τραίνο, είδα τη Λούζι να μου κάνει νόημα να πάω να κάτσω. Δίπλα της καθόταν ένας νεαρός. Απορημένη που ο άνθρωπος σηκώθηκε για να καθίσω, ρώτησα το λόγο. Αλλά από το ύφος της κατάλαβα ότι θα μου εξηγούσε αργότερα. Έμαθα λοιπόν, ότι ο νεαρός ερωτήθη εάν έχει τη διπλανή θέση, δηλαδή τον αριθμό 56,και φυσικά απάντησε αρνητικά, αφού είχε καθίσει τυχαία και δεν είχε κλείσει καν θέση. Στη συνέχεια, του εξηγήθηκε ότι σε λίγο θα ανέβω εγώ, και ότι θα πρέπει να σηκωθεί. Αυτό που δεν του αναφέρθηκε, ήταν ότι ούτε αυτός την είχε τη θέση, ούτε κι εγώ. Κι ευτυχώς, ούτε κάποιος άλλος, κι έτσι ταξίδεψα καθιστή και δίπλα στην καταχθόνια Luz μέχρι την πρωτεύουσα.

Ως γνήσιος πρωτευουσιάνος μούκος, ακολούθησα την «ξεναγό» μου στο σταθμό του μετρό, βρήκαμε τη γραμμή που θα μας πήγαινε στο ξενοδοχείο, και περιμέναμε πίσω από την κίτρινη γραμμούλα. Βγαίνει η αναγγελία άφιξης. Έρχεται ο συρμός…μόνο που…ήταν άδειος. Και με κλειστά τα φώτα. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να βρεις μια λύση, και μάλιστα γρήγορα. Πρότεινα, λοιπόν, να πούμε κάποια από τις μαγικές φράσεις, που πάντα πιάνουν άμα θες να ανοίξει κάτι. Αλλά, δυστυχώς και για μας και για τους άλλους επιβάτες, η Λούζι διάλεξε να πει «άνοιξε σουσάμι»,και μάλλον του συρμού του φάνηκε πολύ παλιομοδίτικο και κοινότυπο, οπότε έβαλε μπρος κι έφυγε κλειστός όπως ήρθε.

Περιμέναμε τον επόμενο, που δεν άργησε, και ευτυχώς άνοιξε αυτόματα τις πόρτες του. Καθώς λοιπόν κρατιόμαστε από τον στύλο, περνάει δίπλα μας μια κοπελιά, ντυμένη λίγο κάπως. Κάπως δηλαδή, έτοιμη για μπουζουκερί. Στέκεται κοιτάζοντας την πόρτα, με τα ακουστικά. Επιβραδύνει ο συρμός, ανοίγει η απέναντι πόρτα, αρχίζει να βγαίνει ο κόσμος, και τελευταία στιγμή γυρίζει εκνευρισμένη και ανακαλύπτει ότι σε λάθος πόρτα περίμενε. Μάλλον ήθελε να κατέβει στο τούνελ. Μα τι σόι εξυπηρέτηση πια κι αυτό το μετρό, να μη σε αφήνουν να κατέβεις στο τούνελ, και να επιμένουν να κατεβαίνεις από την πλευρά που είναι ο σταθμός…

Πήγαμε στο ξενοδοχείο, μετά πήγαμε να φάμε οι τρεις μας (εγώ, η Λούζι και το Κράκεν) στο Θανάση, ωραιότατο κεμπάπ. Είναι απέναντι από τον Μπαϊρακτάρη, που είναι πιο φημισμένος, αλλά έχει πιο ωραίο κεμπάπ. Δεν κάτσαμε πολύ, επειδή ήμασταν στο πατάρι και η Λούζι μετά από όλη την κουβέντα με το Κράκεν είχε ναυτία, νομίζοντας ότι οι κραδασμοί στο πάτωμα ήταν επειδή κουνούσε το καράβι, κι έτσι φύγαμε. Μετά το απαραίτητο τσάι, πήγαμε με πολύ καλή παρέα, σε μια ιρλανδέζικη pub,που λέγεται James Joyce.Ήπιαμε μπύρες, γελάσαμε πολύ, και πέσαμε ξερές μόλις γυρίσαμε στο ξενοδοχείο.

Την επόμενη μέρα, μετά το πρωινό, πήγαμε στο Μοναστηράκι, όπου αγοράσαμε χαντροειδή, τέσσερα μπιρδήλατα(όχι κανονικά καλέ, μικρογραφίες),και η Λούζι μια πολύ ωραία ζακέτα. Πράσινη, ως συνήθως. Παρά τρίχα τη γλίτωσα να πάρω μια σαλοπέτα που θα με ανακήρυσσε αυτόματα την τρελή του χωριού αν τη φορούσα. Στη συνέχεια, αρχίσαμε να ψάχνουμε την οδό Κολοκοτρώνη, επειδή έπρεπε να παρευρεθούμε στη συνάντηση των Αθηναίων Bookcrossers,αλλά δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Διότι περάσαμε από μια ωραιοτάτη κρεπερί, οι κρέπες μας καλούσαν σαν σειρήνες, αλλά εμείς εκεί, να βρούμε την Κολοκοτρώνη. Τελικά πήγαμε μέχρι την κοτζάμ πλατεία Κοτζιά, περνώντας από τη Βαρβάκειο όπου ακουγόταν κλασσική μουσικά παρακαλώ, και ξανακατεβήκαμε χωρίς οδό Κολοκοτρώνη, στην κρεπερί. Φάγαμε, ήπιαμε, γελάσαμε, και πήραμε το μετρό για να βρούμε την αθηναϊκή συνάντηση από το Σύνταγμα, που ήταν πιο εύκολο. Στη συνάντηση ήταν πολύ όμορφα, με πολύ πολύ κόσμο, παλιούς γνωστούς και νέες γνωριμίες. Έφαγα και τρία κομμάτια βασιλόπιτα. Και το βράδυ, συνεχίσαμε σε ένα ιταλικό εστιατόριο, όπου έγιναν πολλά ευτράπελα και παραλίγο να μη μας αφήσουν να φύγουμε επειδή είχαν ξεχάσει ότι πληρώσαμε, αλλά δεν τα παραθέτω, επειδή ένας μούκος που έχει φάει μακαρόνια, δε θυμάται τίποτε άλλο. Ακολούθησε αποχαιρετισμός με τα παιδιά, και επιστροφή στο ξενοδοχείο, όπου έλαβε χώρα ενδελεχής συζήτηση φιλοσοφικού περιεχομένου (μη γελάς Λούζι).Το επόμενο πρωί ταξιδέψαμε χώρια, επειδή το τραίνο δεν είχε θέσεις και δεν έβγαζαν ούτε για όρθιους (κρίμα, και είχαμε μάθει το κόλπο)…

Τώρα που το ξαναδιαβάζω, είναι σαν «σκέφτομαι και γράφω» από το δημοτικό. Δε βαριέσαι…Για άρρωστο μούκο καλό είναι. Και για άρρωστη Λούζι.

Ωραία ήταν τελικά…

Υ.Γ. Λούζι κάνε ένα μπλογκ παιδί μου να σε κάνω υπερσύνδεσμο να στέλνω τον κόσμο, να βλέπουν περι τίνος πρόκεισαι. :@)

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Παίζουμε;

Η Κερασοζουζούνα είναι ανυπόμονη να δει τα παιχνίδια μας.Επειδή η μαμά τα έχει μαζέψει προ πολλού και τα έχει βάλει στο πατάρι,σας βάζω μερικές φωτογραφίες από "τότε":
Μεγάλη αγάπη ο Ποπάϋ,μάλιστα του κόστισαν την τιμημένη του ναυτική πίπα τα πρώτα που δοντάκια (είχε,αλλά στη φωτογραφία έχει αφαιρεθεί από τις δαγκωνιές και του έμειναν μόνο τα κάτασπρα δόντια του).Επίσης μεγάλη αγάπη το μαξιλάρι με τη φασκιωμένη γάτα (αυτό θα πει γατόφιλη από κούνια...)Η πάνινη κούκλα ήταν μάλλον η πρώτη μου κούκλα,γι'αυτό και τόση αγάπη και εναγκαλισμοί.
Να μία τρανή απόδειξη ότι οι κλίσεις που εμφανίζουν τα παιδιά δεν είναι σε καμία περίπτωση ενδεικτικές για την μετέπειτα πορεία τους.Τώρα η οδήγηση είναι από τα χειρότερά μου,αγγαρεία σκέτη.Αλλά τότε,μου είχαν πάρει το εικονιζόμενο αυτοκινητάκι,που είχε και πεντάλ παρακαλώ.Από ότι θυμάμαι,πρέπει να λειτουργούσε με μηχανισμό ανάλογου του ποδηλάτου.
Μεγαλώνοντας,είχα αυτή την κούκλα,η οποία ήτο...πως να το θέσω κομψά...τερατώδης.Δεν ξέρω τι της έβρισκα,αλλά την κουβαλούσα συνεχως μαζί μου,προς απογοήτευση της μαμάς μου,που έψαχνε ευκαιρία να την ξαποστείλει.Νομίζω την έλεγα Αραπίνα.
Είχα πολλά αρκουδάκια,αλλά ένα από τα πρώτα και πολύ αγαπημένα μου ήταν αυτός ο πόντικας.Έγραφε "I Love you" στις πατούσες,και μύριζε απίστευτα γλυκά.Τον είχα για παρέα το βράδυ,και όπως βλέπετε,πολλές φορές και κατά τη διάρκεια της μέρας.
Τέλος,μια και η Ζουζούνα έστειλε πρόσκληση στους μούκους από κοινού,guest star ο αρκούδος του Μούκου.Μου τον είχε δώσει να μου κάνει παρέα όταν είχα περάσει στη σχολή και ήμασταν χώρια.Στην καθημερινότητά του φοράει και πολύχρωμες κορδέλες από το αγαπημένο μας Popori (που έκλεισε πια δυστυχώς),αλλά ο ιδιοκτήτης προτίμησε να τον φωτογραφίσω χωρίς,για να κρατήσει χαμηλό προφίλ. :@Ρ
Μπορεί να συνεχίσει όποιος θέλει να μας δώσει μια γεύση από τα παιδικά του χρόνια,είστε καλεσμένοι όλοι!

Αντίσταση ομορφιάς

Πριν μερικές μέρες έλαβα μια πρόσκληση από τη Νατάσα,για να αντισταθώ στην ασχήμια της εποχής με κάποια από τα αγαπημένα μου ποιήματα.Δεν ξέρω αν θα σας φανούν όμορφα,ή αν θα διώξουν την ασχήμια από την καθημερινότητά σας,αλλά εμένα μου την στολίζουν όποτε τα διαβάζω.
Το πρώτο είναι του πολύ αγαπημένου μου Κ.Καβάφη,που με έκανε να διαβάσω πρώτη φορά ποίηση στα 9 μου,και να μη σταματήσω ποτέ.

Απολείπειν ο θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1911)
Και,αν και είναι δύσκολο να διαλέξω μόνο ακόμα ένα,θα προτιμήσω να σας χαρίσω ένα κομμάτι από το Πρωινό Άστρο του Ρίτσου,που κάθε φορά με κάνει να νιώθω σαν να ξεκινάει μόλις μια καινούρια μέρα,κι εγώ κάθομαι σε ένα γαλάζιο παράθυρο και με φυσάει ο αέρας.

Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω

ένα περιβολάκι

ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη

πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας

για να σεργιανάει το γαλανό όνειρο σου.

Θέλω να σου φέρω,

ένα σταυρουλάκι αυγινό φως

δυο αχτίνες σταυρωτές απ' τους στίχους μου

να σου ξορκίζουν το κακό

να σου φωτάνε

μη μου σκοντάψεις κοριτσάκι,

έτσι γυμνόποδο και τρυφερό

στ' αγκάθι κι ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.

Να μεγαλώσεις γρήγορα.

Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο κοριτσάκι,

κι έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.

Κοιμήσου.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει

πάνω απ' τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου

εαρινό φεγγάρι

ανάμεσα απ' τα στάχυα της έγνοιας της

και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.

Κοιμήσου κοριτσάκι. Είναι μακρύς ο δρόμος.

Πρέπει να μεγαλώσεις.

Είναι μακρύς μακρύς μακρύς ο δρόμος.



Και για τους ερωτευμένους για το κλείσιμο,πάλι ένας Ρίτσος,από τα Ερωτικά:

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ'άστρα
αφού λείπεις;

Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.

Δεν ειναι πανέμορφα...;

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008

Ο εφιάλτης στο δρόμο με τα ποπ κορν

Σήμερα είμαι άρρωστη. Δηλαδή όσο άρρωστος μπορεί να είναι ένας μούκος. Απλά λίγο πυρετό, κάτι κομμάρες, κάτι επισκεψούλες από το πολυαγαπημένο μου άσθμα κι ένα κεφάλι που είναι σαν να το έχει γεμίσει κάποιος με δέκα λίτρα νερό. Έχει σημασία που σας τα λέω όλα αυτά.

Επειδή λοιπόν είμαι κομμάτι αρρωστούλι, και έχω και ταξίδι αύριο, αποφασίσαμε με το μούκο και έναν φίλο να μην πάμε για τις γνωστές μπύρες της Παρασκευής, αλλά να πάμε σινεμά, όπου δε θα κουραζόμουν πολύ και δε θα είχε και καπνιά. Ψηφίστηκε η ταινία «El orfanato”, ελληνιστί «Το ορφανοτροφείο».Για όσους δεν το ξέρουν, οι ταινίες τρόμου είναι η μεγάλη μου αδυναμία, και καθώς έχω ακούσει από αρκετούς ότι είναι αξιόλογο, χάρηκα που θα πηγαίναμε επιτέλους να το δω. Φορτωθήκαμε λοιπόν στο αμάξι του φίλου μας, παρκάραμε στο υπόγειο πάρκινγκ (μην κρυώσω κιόλας) και ανεβήκαμε για εισιτήρια και ποπ κορν. Χάζεψα και τις αφίσες του μωρού, ενημέρωσα όλους όσους ρωτούσαν, ότι η πρεμιέρα είναι στις 7 Φεβρουαρίου, και μπήκαμε σιγά σιγά στην αίθουσα…Μια μικρή, τόση δα παρένθεση εδώ. Είμαι περίεργος άνθρωπος. Με πειράζουν πολλά πράγματα που άλλοι δεν τα σκέφτονται καν, και μπορεί να αδιαφορώ για κάτι πολύ ενοχλητικό σύμφωνα με την κοινή γνώμη. Αλλά ένα από τα πράγματα που μου τη δίνει αφάνταστα πολύ, είναι όταν μιλάνε στον κινηματογράφο.

Αρχίζει λοιπόν η ταινία, και το ωραίο ροζ αυτί μου εντοπίζει πίσω μου την κλασική νεαρά, που σκοπεύει να αναλύσει κάθε καρέ της ταινίας στη διπλανή της. Για να εξηγούμαι, δεν είμαι καμιά από αυτές που φωνάζουν σουτ και σουτ όλη την ώρα. Ολωσδιόλου με ενοχλεί να σχολιάζουν ψιθυριστά μεταξύ τους, κι εγώ το κάνω πολλάκις. Αλλά το να μιλάς στο κινητό, ή να συσκέπτεσαι μεγαλοφώνως με τον κολλητό σου που κάθεται τρεις θέσεις πιο πέρα, είναι παρατραβηγμένο. Έχω αρχίσει και φουντώνω λοιπόν όπως φαντάζεστε. Ο μούκος δίπλα το ίδιο. Τους τη χαρίζω μία, τους τη χαρίζω δύο, στην τρίτη ακούω:

(η πρωταγωνίστρια κρατά ένα χαρτί όπου γράφει το όνομα του παιδιού, και δίπλα “HIV”)

-«Α, είναι άρρωστο;»

-«Ναι το καημένο»

-«Και τι έχει;»

AIDS,δε βλέπεις;»

-«Απαπα…»

(Εγώ ετοιμάζομαι να σφυρίξω από τα αυτιά σαν τη διαφήμιση από τα μπαχαρικά Captains)

«-Και πως κόλλησε;»

Ε δεν άντεξα. Είπα να γυρίσω να πω τη γνωστή ατάκα μου αλλά σκέφτηκα να κρατήσω τα προσχήματα. Είπα μόνο «συγνώμη, μπορείτε μήπως να κάνετε πιο σιγά;»Η ξανθομαλλούσα κοπελιά (όχι τόσο συμπαθητική όσο αυτή στο τραγούδι),ξίνισε και απάντησε με ένα απλό «καλά καλά».Ξαναγυρνάω μπροστά. Η πλοκή αρχίζει να περιπλέκεται. Έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου το παιδάκι φορά μια τρομακτική πάνινη μάσκα, και πλησιάζει την πρωταγωνίστρια αργά. Όλοι έχουμε παγώσει, και τότε…

-«Α το σαφρακιασμένο, γιατί κάνει αυτόν τον τρομακτικό ήχο;»

Γιατί είναι θρίλερ βρε ηλίθια, γι’ αυτό. Και πρέπει να τρομάξεις και να σου κοπεί η λαλιά, αλλά που τέτοιο θαύμα. Ο μούκος δεν προλαβαίνει να με ηρεμήσει και γυρίζω. Ήρθε η ώρα για την ατάκα μου.

-«Αν δε μπορείτε να δείτε μια ταινία ήσυχα, περιμένετε να βγει σε DVD να τη δείτε σπίτι σας!»

-«Εντάξει, εντάξει»

Τι εντάξει, που κάθε τρεις και λίγο ήταν λες και είχε ηχώ από το πίσω κάθισμα. Έδειχνε ένα πόμολο, κι άκουγα από πίσω «α, είναι το πόμολο, α ναι ρε το πόμολο, ναι καλέ, το πόμολο που της έδωσε, ναι, το πόμολο που είχε πριν»…Ναι ρε παιδιά, είναι ένα πόμολο, δεν έχετε ξαναματαδει; Το ίδιο το ρημάδι το πόμολο που είχε πριν στο χέρι της είναι, δεν είναι και δύσκολο να το καταλάβουμε. Ετοιμαζόμουν να τους πω, δεν έχετε παιδεία, οκ, το καταλάβαμε. Λίγη ευθιξία που δυο φορές σαν τα μωρά σας κάναμε παρατήρηση, δεν έχετε; Πάλι καλά που ο μούκος μου κρατούσε το χέρι και μου έλεγε συνέχεια να ηρεμήσω.

Τελικά η ταινία τελείωσε, οι κοκώνες έφυγαν αφήνοντας τα ποπ κορν και τα κυπελλάκια τους στη θέση τους (φαντάζομαι τα βασιλικά τους χεράκια δε μπορούσαν να τα πετάξουν στον κάδο από τον οποίο πέρασαν δίπλα για να βγουν),κι εγώ τους έριξα ένα τελευταίο φαρμακερό βλέμμα. Άμα ακούσετε για κανέναν φόνο σε κινηματογράφο, εγώ θα είμαι…

Υ.Γ.Η ταινία πολύ καλή,και είχαμε και τα ίδια σταράκια με το πιτσιρίκι που έπαιζε,μόνο που τα δικά του δεν είχαν γάτους.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Μαρκές

Όταν ήμουν μικρή, είχα ένα διάφανο αδιάβροχο με χρωματιστούς αριθμούς πάνω. Ξετρελαινόμουν να το φοράω με τις μοβ γαλότσες μου και να πλατσουρίζω στα νερά κάθε φορά που έβρεχε. Μετά, γύριζα σπίτι,η μαμά μου μου έφερνε γάλα με κουλουράκια, κι έβλεπα τους αγαπημένους μου Thundercats να τρέχουν από το αρχηγείο τους να σώσουν τον κόσμο από τους κακούς.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά, μια μέρα βροχερή σαν τη σημερινή, σκέφτομαι ότι το σε μερικά χρόνια, ένα παιδάκι που θα μου μοιάζει, θα με κρατάει από το χέρι σφιχτά, επειδή από τα καμένα δάση δε θα συγκρατούν το νερό της βροχής, και θα φοβάται να πλατσουρίσει με τις μοβ γαλότσες του. Οι πολύχρωμοι αριθμοί στο αδιάβροχό του θα μεταφράζονται σε ευρώ στο μικρό του μυαλό. Και αντί για Thundercats να τρέχουν να μας σώσουν, θα βλέπει ανθρώπους να πηδάνε από τα μπαλκόνια για να σωθούν.

Επειδή από χτες έχω στενοχωρηθεί πολύ με τη συμπεριφορά κάποιων, είχα ανάγκη να πάρω λίγο δύναμη και να έρθω στα «ίσα» μου σχετικά με το τι είναι σωστό και τι όχι. Ας θυμηθούμε όλοι σ’ αυτή τη χώρα ότι οι φίλοι δεν είναι για να καρφώνουν και να κάνουν τους «φίλους» τους να τρέμουν. Ούτε να τραβάνε την ουρά τους μόλις σκουραίνουν τα πράγματα και να κάνουν τις αθώες περιστερές στις πλάτες άλλων. Έχει μεγάλη αξία να σ’ αγαπούν, και σίγουρα όχι επειδή σε φοβούνται, ή επειδή πρέπει. Η αγάπη είναι αυτό που χρειαζόμαστε κύριοι βουλευτές, και κύριοι δημοσιογράφοι, όχι εκατομμύρια στην τράπεζα, όχι κόσμο να πηδάει από τα παράθυρα, όχι σκάνδαλα και πισώπλατα μαχαιρώματα. Κι εσείς όλοι μας δίνετε δυστυχία και μιζέρια. Και παππούδες που δεν έχουν να πιουν έναν καφέ. Επιτέλους, ελάτε όλοι στα συγκαλά σας και καταλάβετε ότι άμα βγάζουμε ο ένας τα μάτια του άλλου, σε λίγο δε θα βλέπει κανείς.

Τα υπόλοιπα θα τα πει καλύτερα ο Μαρκές.Έγραψε αυτή την επιστολή,γνωρίζοντας ότι θα πεθάνει πολύ σύντομα.Ελπίζω να σας βοηθήσει όσο βοήθησε κι εμένα να καταλάβω ότι μάλλον οι υπόλοιποι είναι τρελοί,κι όχι εγώ.

“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”

Και...Μάκη...give us a break,λες και όλοι έχουμε την όρεξή σου πια...

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

London calling...3

Η τρίτη και προτελευταία μας μέρα στο Λονδίνο ξεκίνησε λίγο…απρόοπτα. Στο πρόγραμμα, όπως με ενημέρωσε ο οργανωτής Μούκος, είχαμε να επισκεφθούμε την γνωστή υπαίθρια αγορά του Portobello. Βρίσκεται στο Notting Hill, και μπορείς να βρεις πολλές αντίκες και μικροαντικείμενα με ένα άρωμα από το παρελθόν. Χαρά εγώ, που θα πηγαίναμε στην αγορά από όπου περνούσε ο Χιού κάθε πρωί…Άσε που είχα σκεφτεί και τόσα δωράκια να πάρω για γνωστούς και φίλους. Ξεκινήσαμε λοιπόν πολύ πρωί (δεν είχε χαράξει ακόμα όταν ξυπνήσαμε) για να έχουμε αρκετό χρόνο να τη γυρίσουμε και να συνεχίσουμε στην υπόλοιπη περιήγηση. Επιβιβαστήκαμε στο μετρό, και παρακολουθούσαμε νυσταγμένοι τα τοπία να εναλλάσσονται από τα θολωμένα τζάμια. Ήταν φανερό ότι περνούσαμε σε μια περιοχή πιο γραφική, και έξω από το πολύβουο κέντρο. Κατεβήκαμε στη στάση μας, και αρχίσαμε να περπατάμε θαυμάζοντας τα όμορφα σπίτια δεξιά κι αριστερά μας. Μετά την υπόδειξη μιας περαστικής σχετικά με το δρόμο όπου στήνονταν η αγορά, στρίψαμε από μια γωνία για να αντικρίσουμε…μαρούλια. Μαύρη απελπισία. Δηλαδή τι μαύρη, πράσινη. Ο καημένος ο Μούκος να λέει ότι θα είναι παρακάτω οι αντίκες, εγώ να τα έχω βάψει μαύρα, μέχρι που ένας μανάβης μας πληροφόρησε ότι η αγορά με τις αντίκες είναι πολύ μεγάλη, με πάρα πολλά πράγματα και πολλές αντίκες, αλλά είναι…αύριο. Εκείνη τη μέρα, μόνο κάτι καχεκτικές ντοματούλες είχαν. Τι να κάνουμε…μια και δυο οι μούκοι αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τη μέρα τους στο έπακρο. Δε θα το έβαζαν κάτω για μια μικρή αναποδιά. Βάλαμε στο πρόγραμμά μας το κατάστημα παιχνιδιών Hamleys,που κανονικά δε θα το προλαβαίναμε, περάσαμε κι από την πλατεία Picadilly για να φωτογραφίσουμε το άγαλμα του Έρωτα, στείλαμε τις καρτ ποστάλ μας στις οικογένειες και τους φίλους μας (στον αδερφό μου έφτασε πριν μια εβδομάδα, αθάνατα ΕΛΤΑ),και συνεχίσαμε για το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων Madame Tussauds, όπου είχαμε κάνει κράτηση. Αν και το εισιτήριο μας φάνηκε λίγο τσουχτερό, βγαίνοντας συμφωνήσαμε ότι ήταν σχετικά δικαιολογημένο. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι τα ομοιώματα είναι χωρίς γυάλα, ανάμεσα στον κόσμο. Μπορείς να τα αγγίξεις, να φωτογραφηθείς μαζί τους, άσε που σκουντάς κάποιον, γυρνάς να ζητήσεις συγνώμη και βλέπεις δίπλα σου τον Τομ Κρουζ. Τι χαμπάρια Τομ; Βγάλαμε πολλές φωτογραφίες με διάσημους, και αποκαμωμένοι πήγαμε να τσιμπήσουμε κάτι. Επόμενη στάση:Βρετανικό μουσείο.Mind the gap. Όπου επίσης επιτρεπόταν οι φωτογραφίες και η βιντεοσκόπηση, γεγονός που με ξάφνιασε. Ένα θεματάκι είχαμε με τα πλήθη των κινέζων, που δε σε άφηναν να περάσεις επειδή τους χαλούσες τη φωτογραφία (έχει και κατάλογο, όλα τα εκθέματα ένα ένα έπρεπε να τα βγάλουν;)περνούσες μπροστά από το βίντεο, τους χαλούσες την ξενάγηση, έμπαινες μέσα στο γκρουπ τους… Είδαμε αιγυπτίους Φαραώ, σαρκοφάγους, αγάλματα των Αζτέκων, τα μάρμαρα του Παρθενώνα (τελικά εγώ που νόμιζα ότι μας έχουν πάρει κάτι λίγα, ανακάλυψα ότι μας έχουν αφήσει μόνο τις κολώνες),Ασσυριακά αγγεία…Στον πάνω όροφο τα πατουσόνια μου με πρόδωσαν και άφησα το μούκο μόνο του να μου τα τραβήξει σε βίντεο. Ξανά στο μετρό για να επισκεφθούμε το Animation Gallery,το οποίο περιμέναμε λίγο πιο μουσείο και έμοιαζε πιο πολύ με γκαλερί, οπότε δεν μπήκαμε, και συνεχίσαμε για το Covent Garden.Πολύ όμορφο μέρος, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα, άνθρωποι που σου μιλούσαν και χαμογελούσαν. Έβγαλα και φωτογραφίες, έπιασα και κουβέντα με έναν φωτογράφο που έκανε τον κοσμηματοπώλη για έξτρα εισόδημα…Παρακολουθήσαμε το Heliosphere,που ήταν μια εναέρια ακροβατική παράσταση. Ο ακροβάτης κρεμόταν από μια σφαίρα που έμοιαζε με αερόστατο, και έκανε αρμονικές κινήσεις με συνοδεία μουσικής. Ότι πρέπει μετά από μια κουραστική μέρα.

Την τελευταία μέρα αναγκαστικά ακολουθήσαμε το γκρουπ, καθώς αναχωρούσαμε από το αεροδρόμιο του Gatwick, που είναι έξω από την πόλη και δε γινόταν να πάμε μόνοι μας. Μας πήγαν στο θερινό ανάκτορο της Βασίλισσας, το παλάτι του Windsor.Πιο πολύ με άρεσε το όλο συγκρότημα, που έμοιαζε με μεσαιωνική πόλη. Είχε μια όμορφη μικρή αγορά, και αρκετά εστιατόρια. Επίσης είχε κάποια σουβενίρ σε χαμηλότερες τιμές από ότι τα έβρισκες στο Λονδίνο, όπως μας πληροφόρησε η ξεναγός. Το απογευματάκι, με πολλή ομίχλη, μας άφησαν στο αεροδρόμιο. Μετά από αρκετή ταλαιπωρία και καθυστέρηση, αφήσαμε πίσω μας την αγγλική πρωτεύουσα, για να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη, όπου η ταλαιπωρία συνεχίστηκε. Με τα πολλά, φτάσαμε Βόλο, όπου κοιμηθήκαμε πολλέεεεες ώρες και μοιράσαμε τα δωράκια και τις αναμνήσεις μας από την εκδρομή.

Ήταν σίγουρα ένα ταξίδι από τα πιο ωραία μας. Στο μέλλον μας βλέπω να ξαναπηγαίνουμε προς τα εκεί, καμιά Σκωτία ή Ιρλανδία σκέφτομαι. Πάντως όσοι εκεί έξω το σκέφτεστε, επιχειρήστε το, με καλή οργάνωση και ένα ζευγάρι άνετα παπούτσια, μπορείτε να δείτε πάρα πολλά. Και για συμβουλές, οι Μούκοι είναι εδώ!

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

London calling...2-Photos

Η δεύτερη μέρα μας ξεκίνησε από το Αββαείο:
Συνεχίσαμε για το μεγάλο ρολόι,δηλαδή το Big Ben:
Πετάξαμε πάνω από το Λονδίνο με το Μάτι του:
Από όπου τραβήξαμε πολλές φωτογραφίες,που μας έβγαλαν την πίστη στην εκτύπωση λόγω ομίχλης:Βολτάραμε ανάμεσα σε πάγκους με κάθε λογής φαγητό,δίπλα από τον Τάμεση:
Επισκεφθήκαμε την έκθεση του πολυαγαπημένου Νταλί:
και γλιτώσαμε από τα νύχια τρελαμένων σκίουρων σαν τον φωτογραφιζόμενο:
Η συνέχεια προσεχώς...