Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Γράψε γράψε...τι θα γράψεις...

Έλαβα πριν μερικές μέρες από το σοφή Κουκουβάγια πρόσκληση για ένα πρωτότυπο παιχνιδάκι.Αντιγράφω τους όρους του παιχνιδιού ευθύς αμέσως από το Blog της:
Εντάξει, με το πληκτρολόγιο σε είδαμε…
Τα κουτσοκαταφέρνεις. Για να σε δούμε όμως και σε πιο κλασικά μέσα γραφής. Όχι, δεν ζητάμε να σκαλίσεις την πέτρα, να γράψεις στα τοιχώματα της σπηλιάς ή να πάρεις την πλάκα και το κοντύλι. Πάρε ένα στυλό, ένα μολύβι, ένα μαρκαδόρο, μια κηρομπογιά, ένα κραγιόν και γράψε κάτι. Κάτι που να σε αντιπροσωπεύει όμως. Γιατί όπως λέγανε και οι παλιοί scripta manent. Και πού το ξέρεις; Μπορεί κάποτε να εκδοθούμε σε λεύκωμα.
Γράψε λοιπόν, σκανάρισέ το και ανέβασε το στο blog σου.
Και μετά “ειδοποία ρε μπούρδα Καραβάγγο” για να προσθέσουμε το αυτόγραφο στην
συλλογή.
Ειδοποία, γράφοντας στο τέλος του ποστ σου το μαγικό ξόρκι: για το
http://autographcollectors.blogspot.com/

Δεν σκάναρα,φωτογράφισα.Αυτη η φράση του αγαπητού Oscar Wilde μου θυμίζει να είμαι αισιόδοξη ακόμα και στις χειρότερες και πιο μαύρες περιόδους.Για τους σκοπούς της φωτογράφισης χρησιμοποιήθηκε απογευματινός φωτισμός,Post-it της αγαπητής Saigon,και το μοντέλο μας,που προσφέρθηκε ευγενικά να βοηθήσει(ήταν νυσταγμένος,οικονόμησα ένα πακέτο γρατζουνιές σε τιμή ευκαιρίας μετά τη φωτογράφιση).
Για να δούμε τι θέλετε να μας πείτε ιδιοχείρως Saigon,Στοχαστή,Μανολίτο και Μαριλενάκι!Εννοείται όποιος έχει καμιά καλή έμπνευση και θέλει,είναι αυτόκλητος! :@)

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

Handsfree

Εδώ και μερικές μέρες μου έχει σφηνωθεί στο μυαλό ένα τραγουδάκι που άκουγα μια μέρα γυρίζοντας από το απογευματινό μου ιδιαίτερο. Δε θυμάμαι ερμηνευτή, ούτε τίτλο, αλλά μου έμεινε ένας στίχος του που έλεγε ότι το γαρύφαλλο στ’ αυτί το έχει αντικαταστήσει ένα handsfree. Έμεινα να γελάω περπατώντας ανάμεσα σε έναν από τους δρόμους με την περισσότερη πολυκοσμία στη συνοικία μας. Μέχρι που το γέλιο μου άρχισε να ξεθωριάζει, γιατί παρατηρώντας όλο αυτό τον κόσμο να έρχεται και να φεύγει βιαστικός, συνειδητοποίησα ότι σε μεγάλο βαθμό αυτός ο στίχος περιγράφει την καθημερινότητά μας. Δεν είναι πολύ θλιβερό να βλέπεις κόσμο να μιλάει στον αέρα, αντί να μιλάει με τον άνθρωπο δίπλα του; Τόσο πιο προσιτό, τόσο πιο ανθρώπινο, και τόσο λιγότερο…καρκινογόνο από το handsfree(εκτός αν ο συνομιλητής σου σε πεθαίνει στο άγχος, οπότε προτίμησε το handsfree). Χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να σκέφτομαι κάτι που μου είχε πει η θεία μου η Μαρία όταν ήμουν μικρή: «Η καρδιά είναι το πιο αλάνθαστο μέτρο». Έτσι είναι. Όταν βλέπει αγάπη, χτυπάει δυνατά. Όταν βλέπει κίνδυνο, επίσης. Όταν δεν υπάρχει τίποτα που να την ενδιαφέρει, αφήνει τις ευγένειες κατά μέρος και συνεχίζει το ρυθμικό της χτύπο αμέριμνη, όσο κι αν προσπαθείς να την πείσεις να κάνει μια προσπάθεια.

Η σοφή θεία Μαρία, αδερφή του παππού μου, είχε αντικαταστήσει τους παππούδες μου, καθώς λόγω ενός μεγάλου καυγά στα τρία μου χρόνια, οι σχέσεις μας είχαν χαλάσει εντελώς. Να φανταστείτε μετά από τόσα χρόνια, τους γνώρισα ξανά στα 13 μου. Η θεία Μαρία λοιπόν, έπαιζε το ρόλο της γιαγιάς για μένα. Λουσάτη, περιποιημένη, με τα κατακόκκινα βαμμένα νύχια της, και…ανύπαντρη όλα της τα χρόνια, αποτελούσε σκάνδαλο για τη γειτονιά και την εποχή της. Θυμάμαι της άρεσε πολύ το κίτρινο και το ροζ φούξια, και πάντα μου έπλεκε κατακίτρινα συνολάκια που ξεπατίκωνε από περιοδικά μόδας. Έκανε τα πάντα για χάρη μου, καθότι εγώ πρωτότοκη και η θεία άκληρη, κάναμε ανεπανάληπτο δίδυμο. Μου έμαθε να μην νοιάζομαι τι λέει ο κόσμος, και να ντύνομαι όπως μου αρέσει. Επίσης μου έμαθε να μην το βάζω κάτω, παρόλο που η μαμά μου παραπονιόταν ότι με κάνει «γλωσσού».

Η θεία Μαρία λοιπόν, πάντα έκρυβε μια έκπληξη μόνο για τις δυο μας. Η πιο αγαπημένη μας στιγμή ήταν κάθε Κυριακή. Σηκωνόμουν από το πρωί με ανυπομονησία να πιω το ΝΟΥΝΟΥ μου, με τη μαμά πάνω από το κεφάλι μου να φωνάζει «τι το λιβανίζεις μια ώρα, πιες το» κι εγώ να περιμένω να γυρίσει από την άλλη για να το χύσω στο νεροχύτη. Μετά διαλέγαμε τα καλά μου ρούχα και ντυνόμουν με μεγάλη επιμέλεια. Κόκκινο λουστρινάκι, σοσονάκια ίσια μεταξύ τους, και τα μαλλιά κάτω όπως άρεσαν στη θεία, που είχε καημό το ίσιο της μαλλί που το τύλιγε για να γίνει σγουρό, και αδυναμία στις μπούκλες μου. Κατά τις 12 άκουγα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα της τζαμαρίας, και έμπαινε η θεία. Με ένα κόκκινο κραγιόν ασορτί με τα νύχια, στην τρίχα πάντα. Με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε στη στάση του λεωφορείου. Παρόλο που δε μπορούσε να στέκεται πολύ ώρα όρθια, δεν παίρναμε ποτέ ταξί επειδή μου άρεσε να χτυπάω εγώ τα εισητήρια. Κατεβαίναμε στην παραλία και πηγαίναμε στο Μεταφτσή, που ήταν ένα ξακουστό εστιατόριο της εποχής. Η θεία έτρωγε φιλέτο κοτόπουλο αλα κρεμ, παρόλο που ο γιατρός της είχε απαγορέψει τα γαλακτοκομικά και τα λίπη. Εγώ έτρωγα πατάτες τηγανητές, τη μεγάλη λατρεία μου. Ακόμα θυμάμαι πως κορδωνόμουν όταν τις έφερνε ο σερβιτόρος σε μια λευκή, πορσελάνινη πιατελίτσα, και κρατούσα ευλαβικά το πιρούνι με το αριστερό και το μαχαίρι με το δεξί, όπως μου είχε δείξει, για να δείξω τους καλούς τρόπους μου. Μετά κάναμε βόλτα στην παραλία, και μου έπαιρνε πάντα ένα γυαλιστερό μπαλόνι με ήλιον, που τις περισσότερες φορές βλέπαμε να φεύγει στον ουρανό επειδή γλίστρισε το κορδελάκι από το ιδρωμένο χέρι μου.

Η θεία Μαρία έφυγε πριν αρκετά χρόνια. Μέρες σαν τη σημερινή, σκέφτομαι ότι μπορεί στ’ αλήθεια ο κάθε άνθρωπος να είναι νησί, όπως λένε. Ίσως για αυτό η θεία δε βρήκε κάποιον να της κρατάει το χέρι με τα κατακόκκινα νύχια μέσα σε όλον αυτό τον ωκεανό. Άμα όμως ισχύει, κι εσύ είσαι χαμένος στο νερό και τον βρεις, δεν είναι η στεριά που θα σε σώσει; Για σηκώστε το βλέμμα σας και αγναντέψτε τον ορίζοντα. Τόσα νησιά περιμένουν να τα ανακαλύψετε, αρχίστε κουπί.

Και επειδή σας μέλωσα πολύ με τα φιλοσοφικά μου, πάρτε λίγο μεζέ από Σείριο να έρθετε στα ίσια σας.

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

Άλλος για Χίο τράβηξε...

Πριν αρχίσω το σημερινό ποστ, παραίνεση:

Όσοι ακούτε Stavento,λυπηθείτε όλους εμάς που δεν ακούμε. Αν σας αρέσει η Καλομοίρα, μην ντρέπεστε να το παραδεχτείτε. Αν σας αρέσουν τα Ημισκούμπρια, το ίδιο. Αν σας αρέσουν και τα δύο, ακούστε τα και τα δύο. Αλλά μια κοπελίτσα που νιαουρίζει, με μια παρέα μανταχαλαίους να μουρμουράνε στίχους χωρίς νόημα ΔΕΝ είναι ραπ, χιπ-χοπ, ή ότι άλλο τέλος πάντων θέλουν να θεωρούνται. Και προς Θεού ,δεν είμαστε βαρήκοοι!

Τώρα μπορώ να αρχίσω λοιπόν. Τις τελευταίες μέρες διένυσα κυριολεκτικά όλη την Ελλάδα. Ξεκινώντας από τον μικρό και φτωχικό μας Βόλο, έφτασα στην Αλεξανδρούπολη(την οποία δεν πρόλαβα να δω καθόλου επειδή ήταν ταξίδι αστραπή) και δύο μόνο μέρες μετά, κατέβηκα στην Τρίπολη. Παρέδωσα τον Μούκο μου στα χέρια της μαμάς πατρίδας τραγουδώντας «Αεροπόρος θα γενώ…»

Για το ταξίδι στην Αλεξανδρούπολη δεν έχω να πω και πολλά, κάτι συγγενείς γνωρίσαμε και τιγκάραμε στις καριόκες. Αλλά για το ταξίδι στην Τρίπολη…

Τι να πρωτοπώ. Μπαίνοντας στην πόλη μετά από έξι ώρες ταξίδι ,το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν μια ωραιοτάτη αφίσα του μεσιέ Καρατζαφέρη, με δυο χέρια από κάτω(για το σύνθημα «Χέρι-χέρι με τον Καρατζαφέρη» βρε ανίδεοι, τς τς τς…) και την επεξηγηματική λεζάντα «είναι ο καλύτερος επειδή το απέδειξε και στην Ευρώπη».Τι να πω, άσχετη είμαι από πολιτικά, αλλά αφού το απέδειξε ο άνθρωπος, να μην το πούμε; Δεν έδωσα σημασία, και προχώρησα προς το ταξί που θα μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Ανοίγοντας την πόρτα του πορτ μπαγκάζ για να βάλουμε τις βαλίτσες, ερχόμαστε φάτσα κάρτα με ένα φραπεδοπότηρο. Με τον ξεραμένο αφρό του φραπέ. Ναι, και το σπαστό καλαμάκι. Όχι, δεν ήταν το πλαστικό, από αυτά που παίρνουμε στα ταξίδια, ούτε το άλλο που παίρνουμε από τις καντίνες κατά μήκος της εθνικής οδού. Κανονικότατο φραπεδοπότηρο που μοίραζε ο νες την προηγούμενη δεκαετία ήταν, και μάλιστα με την επωνυμία πάνω. Πήγα να τα μπήξω, αλλά όπως πάντα ο μούκος περιέσωσε την λιγοστή μου αξιοπρέπεια και με έχωσε στο ταξί. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο υπό τη συνοδεία Βασίλη Καρρά(non-stop) και με ένα μάτσο περιοδικά στο πίσω κάθισμα λες και είχαμε πάει οδοντίατρο. Στην πλατεία που ήταν το ξενοδοχείο μας θαυμάσαμε με περισσή ευχαρίστηση το εικαστικό δρώμενο για την Πασχαλιά:ένα μάτσο υπερμεγέθη κεριά, δυο φορές το μπόι μου, σε φλούο χρώματα. Η ρεσεψιονίστ αφού τακτοποίησε τα διαδικαστικά μας παρέδωσε το κλειδί, το οποίο συνοδευόταν από…Εδώ σας θέλω. Ξέρω τι θα πείτε, από μπρελόκ, από καρτούλα που τοποθετείται σε ειδική εσοχή για το ρεύμα, από πάσο…Όοοοχι αγαπητοί. Συνοδευόταν από ένα τεράστιο γκουμουτσοειδές κατασκεύασμα που προσομοίαζε σε πόμολο. Ιδέα δεν είχαμε τι ήταν. Αλλά όταν ανεβήκαμε στο δωμάτιο και είδαμε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, υποθέσαμε ότι είναι για να βαράς κατακούτελα τους πιθανούς διαρρήκτες…Ε λοιπόν, έχω δει πετσέτες με μονόγραμμα, μαντίλια με μονόγραμμα, ακόμα και σαπουνάκια με μονόγραμμα…αλλά λεκάνη τουλέτας με το μονόγραμμα του ξενοδοχείου δεν είχα ξαναματαδεί.

Το απογευματάκι είπαμε να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη. Η σύντομη περιήγησή μας μας γέμισε ενδιαφέρουσες πληροφορίες, όπως:

  • Υπάρχει κατάστημα «Όλα 300» που έγραφε στην πινακίδα του ότι έχει ΚΑΙ είδη βαπτιστικών ΚΑΙ γάμου παρακαλώ. Σπεύσατε.
  • Αν αρρωστήσετε στην Τρίπολη, δεν υπάρχει κανένας φόβος, έχει σε κάθε γωνία φαρμακείο και γιατρό. Επίσης έχει σε κάθε γωνία(δίπλα από το φαρμακείο) κατάστημα παπουτσιών και κάβα κρασιού.
  • Αν είστε πολύ θρήσκος, η Τρίπολη είναι η πόλη για σας. Κάθε μαγαζί, ανεξάρτητα από το είδος που εμπορεύεται, διαθέτει και θρησκευτικά είδη. Είδαμε μέχρι και βιβλιοπωλείο που αντί για βιβλία στη βιτρίνα είχε αγιογραφίες(και δίπλα μολυβάκια του Μπομπ Σφουγγαράκη).
  • Είναι η μοναδική πόλη όπου μπορείτε να θαυμάσετε αρχαιοελληνικά αγάλματα στις ταράτσες εμπορικών καταστημάτων, φωτισμένα με μπλε νέον(ασχολίαστο).

Αφού λοιπόν περάσαμε το κομμωτήριο «Η Λυγερή» και αποφασίσαμε ότι η «κοσμική ταβέρνα Η ωραία Τριπολιτσά» δεν ήταν για μας, καταλήξαμε να πάρουμε το βραδινό μας σε ένα συμπαθέστατο μεζεδοπωλείο. Ωραίο φαγητό, ευγενέστατοι υπάλληλοι, μείναμε υπέρευχαριστημένοι.

Το επόμενο πρωί συνόδεψα το έτερον ήμισυ στο στρατόπεδο, και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Α,είδα και τον ισθμό(σιγά το πράγμα πια, τι το κάνουν τόσο θέμα).

Έχω και μια απορία. Στον τρισάθλιο τον σταθμό Λιοσίων, το ξέρετε ότι πληρώνεις το χαρτί υγείας; Βασικά μέσα στις τουαλέτες έχουν βγάλει το χαρτί, και έξω από αυτές βρίσκεται μια κυρία που σου κόβει-με το αζημίωτο βέβαια-ένα μικρό κομματάκι και στο δίνει. Κι ο Θεός βοηθός…

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Πάσχα στο χωριό

Φέτος οι δικοί μου είχαν τη φαεινή ιδέα να κάνουμε Πάσχα στο χωριό. Βρίσκεται σε ωραία τοποθεσία, πίσω από το Πήλιο, αλλά το κτήμα μας είναι δίπλα σχεδόν στη θάλασσα, και εκτός από την πανέμορφη θέα, δεν προσφέρει τίποτε άλλο. Θέλω να πω, δεν έχει κανείς πρόσβαση σε τρόφιμα, διασκέδαση, ούτε καν σε κάρτα για το κινητό. Εκεί λοιπόν πέρασα τις τελευταίες τρεις μέρες. Ήμουν προετοιμασμένη για το κύμα βαρεμάρας, εξοπλισμένη με βιβλία και τον φορητό για να βλέπω καμιά ταινία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να τελειώσω και ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι που μου είχε μείνει, οπότε και η φωτογραφική μηχανή πήρε τη θέση της στις αποσκευές. Αυτό που δεν προέβλεψε το σατανικό μου μυαλό, ήταν οι ορδές συγγενών που θα κατέκλυζαν το κτήμα και θα απειλούσαν την ψυχική μου υγεία.

Μόλις το βράδυ της ανάστασης, πληροφορήθηκα ότι το Πασχαλιάτικο μενού θα περιελάμβανε καμιά εικοσαριά ξαδέρφια, τους αντίστοιχους θείους και θειάδες, τρεις γριές (κομπλέ με μασέλες και τσεμπέρια),μία Ελβετή, και ένα μάτσο φίλους και γνωστούς συγχωριανούς. Άμεσα βρήκα τα πιο απροσάρμοστα ρούχα και αξεσουάρ μου, ώστε να θωρακιστώ απέναντι στον εχθρό.

Το τρελό κέφι άρχισε από το Σάββατο. Με έναν απίστευτο, παγωμένο αέρα να φυσάει, έβαλα το φορεματάκι μου(οι γονείς μου επέμεναν ότι δε μπορώ να πάω με το τζιν στην Ανάσταση σε χωριό) και μεταφέρθηκα σε μια εκκλησία της οποίας ο παπάς έπαιρνες όρκο ότι θα ξεψυχούσε πριν το Χριστός Ανέστη, και θα μας άφηνε σύξυλους στο κρύο και στ’ αγιάζι. Ευτυχώς γυρίσαμε γρήγορα.

Η επόμενη μέρα ήταν ακόμα χειρότερη. Ξύπνησα στις 7 από τον ήχο της καταρρακτώδους βροχής στο τροχόσπιτο (που μετά τη θεομηνία μετονομάστηκε σε βροχόσπιτο),βοήθησα στις δουλειές, και έμεινα να κοιτάζω άπραγη από τα μικρά παράθυρα το γρασίδι. Μερικές ώρες μετά, άρχισε να καταφτάνει το συγγενολόι. Δε μπορώ να πω, οι περισσότεροι ήταν έξυπνοι άνθρωποι και δε με πλησίαζαν παρά μόνο για τα τυπικά. Παρόλα αυτά, είχαμε και λαμπρές εξαιρέσεις τολμηρών. Σας παραθέτω τις πιο επιτυχημένες προσπάθειες:

  • Βγαίνω κρατώντας τη βιογραφία της Βιρτζίνια Γουλφ στο ένα χέρι, για να ευχηθώ σε μια καινούρια φουρνιά συγχωριανών. Εκεί που πλησιάζω στο τέλος των χειραψιών και φέρνω κάτι σε Αβραμόπουλο που κατεβαίνει για δήμαρχος με το χαμόγελο της Crest,με πλησιάζει ένας τύπος με κοτσίδα και μούσια.

-«Γεια σου ξαδέρφη».

-«Γεια σου κι εσένα, χρόνια πολλά».

-«Πώς τα περνάς; Πήρες και βιβλία μαζί σου;»

-«Ε ναι, να περνάει η ώρα».

-«Α, διαβάζεις;»

Όχι κοιτάω τις εικόνες.

-«Ε διαβάζω.»

-«Όλες τις μέρες που είσαι εδώ;»

-«Ναι, γιατί;»

-«Διάβασες και…προχτές;»

-«Ε ναι, προχτές ήμουν στο Βόλο, αλλά διάβασα, κάθε μέρα διαβάζω. Γιατί ρωτάς;»

-«Μα προχτές ήταν Μεγάλη Παρασκευή, δεν το ξέρεις ότι είναι αμαρτία να διαβάζεις; Δεν κάνουμε τίποτα τη Μεγάλη Παρασκευή, είναι αμαρτία σου λέω».

Τώρα εγώ έφταιγα; Όχι πείτε μου. Δηλαδή αν αυτού του ερχόταν να πάει τουαλέτα ας πούμε Μεγάλη Παρασκευή θα τα χώνευε;

-«Δεν πειράζει ξάδερφε, έτσι κι αλλιώς έχω ήδη ρεζερβέ καζάνι στην Κόλαση με το όνομά μου πάνω του».

Αβγό ο ξάδερφος.

-«Με καλλιγραφικά. Άντε Χριστός Ανέστη.»

  • Μόλις έχω καταρρίψει το πρώτο οχυρό, και εμφανίζεται ένα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιλαρό Ανθρωποειδές) μπροστά μου. Μιλάμε για μαζική επίθεση, όχι αστεία. Αφού ξεπερνάμε χωρίς θύματα τις τυπικούρες, πιάνουμε κουβέντα για το κατά πόσο η ζωή στην ύπαιθρο είναι βαρετή. Και μου απαντάει όλο απορία:

-«Τι βαρετή ρε, έχεις πάει ποτέ με όπλο στο χωράφι;»

-«Όχι, γιατί να πάω με όπλο στο χωράφι;»

-«Για να παραμονέψεις και να σκοτώσεις πουλιά. Εγώ και μόνο που παραμονεύω με το όπλο, περνάω καλά».

Κι εγώ άμα σε βάλω να τρέχεις μέσα στο χωράφι και να έρχεται κατά πάνω σου ένα πλάσμα εκατό φορές μεγαλύτερό σου με μια καραμπίνα για να σου φυτέψει μια σφαίρα καλά θα περάσω βλάκα.

-«Α δηλαδή να μη βρεθούμε στο χωράφι σε καμιά στιγμή αφόρητης βαρεμάρας μαζί σου ε;» είπα και γέλασα.

Καμία αντίδραση. Μπα, άσε δεν το έπιασε. Ας το κάνω πιο λιανά.

-«Είμαι κατά του κυνηγιού.»(είπαμε, κελεπούρι ο τύπος, μην τον προγκήξουμε που λένε και στο χωριό)

-«Α, ΟΚ»,συνοδευόμενο από βλέμμα τύπου «μα καλά τι ούφο είναι αυτή».

-«Να πας να φυτέψεις τότε. Περνάς πολύ καλά. Είναι πολύ διασκεδαστικό.»

Τον συγκεκριμένο τον κράτησα για επιδόρπιο, και δεν είπα τίποτα. Μετά το κατσίκι όμως(που το φάγαμε στις 6:30 επειδή άρχισε να ψήνεται αργά λόγω βροχής),ετοιμάστηκαν να πάνε σπίτια τους για να ντυθούν για τη βραδινή διασκέδαση. Αρνήθηκα ευγενικά της πρόσκληση, αλλά περνώντας από μπροστά μου η χαρούμενη παρέα, πέταξα σε μια ξαδέρφη:

-«Ελπίζω να διασκεδάσετε πολύ. Μην ξεχάσετε καμιά αγκινάρα να πάρετε να φυτέψετε, να περάσει καλά κι ο ξάδερφος.»

Η καλύτερη του χωριού λέμε…Άντε και του χρόνου.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Να παίξουμε λίγο…;

Χτες οι δικοί μου έφυγαν για μια αυθημερόν εκδρομή στο χωριό, κι εγώ έμεινα σπίτι για να τιμήσω τα έθιμα και τις παραδόσεις. Μεγάλη Πέμπτη, και όπως κάθε χρόνο, ανέλαβα να βάψω τα κόκκινα αυγά. Αφού έβαλα στο Σείριο να φάει, κατέβηκα τα σκαλιά αναρωτούμενη αν ήταν η μέρα που λένε τα μοναδικά κάλαντα που μου αρέσουν. Ξάφνου, ακούω την αυλόπορτα να ανοίγει και βλέπω δύο αγοράκια να μπαίνουν. Ο ένας κοντούλης, ζουμπουρλός και μελαμψός, κι ο άλλος ένας ξανθούλης ψηλολέλεκας με ποδαράκια ακρίδας. Χαμογέλασα, και άνοιξα την πόρτα να τους καλημερίσω. Αλλά αντί για φατσούλες έτοιμες για κάλαντα, είδα δυο τρομαγμένα ζευγάρια μάτια να με κοιτάνε.

«Καλημέρα κυρία».

«Καλημέρα».

«Εμ…μπορούμε να χαϊδέψουμε λίγο το γατάκι;»

Έμεινα αποσβωλομένη.

«Φυσικά και μπορείτε».

Τους άφησα έξω να παίζουν με τη γάτα, και ζέστανα νερό. Η κατακόκκινη βαφή σε συνδυασμό με τη μεταλλική μυρωδιά του ξυδιού το έκαναν να μοιάζει με αίμα. Ξαναβγήκα στην αυλή.

«Δε λένε τα κάλαντα σήμερα; Να σας δώσω και φρεσκοβαμμένα αυγά;» τους είπα κεφάτα. Συνοφρυώθηκαν και οι δύο.

«Ε, εμείς κυρία δεν είμαστε από εδώ…» είπε διστακτικά ο μελαχρινός. Ο διπλανός του τον σκούντηξε και τον αγριοκοίταξε.

«Είμαστε…από…την Αλβανία…και…δε γιορτάζουμε Πάσχα. Μουσουλμάνοι είμαστε…» και κατέβασε το κεφάλι.

«Βλάκα, θα μας διώξει τώρα» του ψιθύρισε ο μεγαλύτερος.

Τους κοίταζα εκεί μαζεμένους, έτοιμους να φάνε κατσάδα.

«Δεν θα την πειράξουμε τη γατούλα, τη βλέπουμε και έξω από την αυλή, και την χαϊδεύουμε, δεν ξέραμε ότι ήσασταν σπίτι…» ψέλλισε ο ξανθούλης.

«Καλά, δεν έγινε και τίποτα»,τους είπα αδιάφορα και μπήκα πάλι μέσα. Έβαλα την πρώτη ντουζίνα αυγά στο κατακόκκινο υγρό. Κοίτα πως τα φέρνει η μοίρα. Αν ήξεραν τα πιτσιρίκια ότι το σπιτάκι δίπλα από το δικό μας είναι χτισμένο με πλίνθους από τότε που ήρθαν οι δικοί μου πρόσφυγες από τη Σμύρνη…Και τώρα, άλλοι πρόσφυγες, και μάλιστα από τους «εχθρούς». Τα αυγά είχανε γίνει ροζ. Πήρα δυο άβαφτα, κάτασπρα, και δυο σοκολάτες που είχα για τα βαφτιστήρια μου από το ψυγείο. Βγήκα ξανά έξω και τους βρήκα καθισμένους στο τσιμέντο, να γελάνε με τη γάτα που χοροπηδούσε να πιάσει ένα αυτοσχέδιο παιχνιδάκι με σπάγκο που της έφτιαξαν.

«Αυγά δε βάφετε, αλλά τα τρώτε ε;» τους είπα.

«Ναι, πως δεν τα τρώμε…»

«Ε πάρτε τότε από ένα και από μια σοκολάτα. Να πλύνετε καλά τα χέρια σας από τη γατούλα ε; Και μην το ξημερώσετε εδώ και σας ψάχνει η μαμά. Εντάξει;»

«Ναι, ευχαριστούμε πολύ!» μου απάντησε ο μικρός με μια λάμψη στα μαύρα του μάτια.

Έβγαλα τα αυγά από τη βαφή, και βύθισα την επόμενη ντουζίνα. Τα δάχτυλά μου πιτσιλίστηκαν με πορφυρό υγρό. Άραγε έτσι ήταν τα δάχτυλα των δικών μου τότε; Πιτσιλισμένα με κόκκινο; Καλπασμοί και φωνές αγωνίας μου ήρθαν στο μυαλό. Από έξω ακουγόταν χάχανα και ποδοβολητά. Χαμογέλασα μόνη μου.

Το μεσημεράκι άκουσα χτύπο στην πόρτα. Ήταν ο μικρούλης με τη μελαμψή φατσούλα.

«Εμείς πάμε σπίτι τώρα. Ευχαριστούμε για τα αυγά και τις σοκολάτες, και που μας αφήσατε να παίξουμε με τη γατούλα».

Κοίταξε τα κόκκινα χέρια μου.

«Με πράσινο σαπούνι θα ξεθωριάσει, μην ανησυχείτε, ξέρω, βάφει η θεία μου. Καλό Πάσχα…κι ας μη σας είπαμε τα κάλαντα.»

«Σ’ ευχαριστώ» του είπα και με έπιασε μια μελαγχολία. Με πράσινο σαπούνι ή με τα χρόνια, όντως, ξεβάφει. Και το ροζ δε φαίνεται και τόσο, γίνεται ένα με το δέρμα σου…

Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση σε όλους!

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

Doomsday

Χτες ήταν μια ακόμα μέρα από αυτές που σου φαίνεται ότι η συννεφιά έχει μπει μέσα στο δωμάτιο, και έχει κατακαθίσει πάνω από το κρεβάτι σου. Τα γατάκια μας τα χάσαμε όλα ένα ένα, μάλλον καλυκοϊός, και κάθε τρεις και λίγο γίνεται καυγάς για τη στείρωση της Αμελί. Χτες αποχαιρετίσαμε και μια άλλη γατούλα, τη Μπαλού, της οποίας η υιοθεσία δεν πήγε καλά. Πανέμορφη γάτα, με τεράστια σμαραγδένια μάτια…Στενοχωρηθήκαμε όλοι πάρα πολύ, ελπίζω να καταφέρει να βρει ένα σπιτάκι σύντομα.

Το βράδυ για να φτιάξει λίγο το κέφι μας, είπαμε να πάμε σινεμά. Και σαν καλοί αναγνώστες ,πρέπει να μου συμπαρασταθείτε και να μου λύσετε και τις απορίες μου.

Πριν αρχίσει η ταινία, είδαμε το τρέιλερ του Hulk.Ξέρετε, αυτού του πράσινου σφίχτερμαν. Ερώτηση πρώτη:Ποιος έξυπνος είχε τη φαεινή ιδέα να αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Νόρτον;(όχι το antivirus καλέ, αυτός που έπαιζε και στο Fight Club).Αν είναι δυνατόν, ο άνθρωπος είναι στο μπόι μου. Τέλος πάντων, το προσπερνώ. Κάποιος που είναι πιο οξυδερκής από μένα, μπορεί να μου απαντήσει και στην ερώτηση βου; Το παντελονάκι του Hulk,μεγαλώνει μαζί με τον Hulk;Επειδή όταν γίνεται πράσινος και κακιασμένος, φοράει ένα παντελονάκι. Σκισμένο μεν, αλλά το φοράει. Πώς ακριβώς γίνεται αυτό, όταν εγώ με το που παίρνω δυο κιλά δε μου κουμπώνει το τζιν;

Η ταινία που πήγαμε να δούμε λεγόταν Doomsday.Ο Μούκος με είχε προειδοποιήσει ότι είναι σε στυλ Mad Max,και δε θα μου αρέσει, αλλά είπα να μην πάμε πάλι για καφέ στην παραλία, και να του δώσω μια ευκαιρία. Τι το ήθελα…

Αυτό το πράγμα που οι δημιουργοί του αποκαλούν ταινία, υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται κάπου στο μέλλον, το 2000τριαντακάτι.Ε τα γνωστά, έχει πέσει ένας ιός στη Σκωτία(πάω στοίχημα ότι ο σεναριογράφος δεν πάει μία τους σκωτσέζους),η χώρα μπαίνει σε καραντίνα για κάμποσα χρόνια, και ξαφνικά ο ιός κάνει την επανεμφάνισή του στη Βρετανία. Και οι εξυπνάκηδες που άφησαν τους σκωτσέζους με τις καρώ ανεμιστές φουστίτσες να πεθάνουν, ανακαλύπτουν ότι υπάρχουν κάποιοι επιζώντες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη σωτηρία τους. Στέλνουν λοιπόν μια κυριούλα(η οποία είχε φύγει από τη Σκωτία τότε με τον ιό χάνοντας το ένα της μάτι),να τους βρει και να φέρει τη σωτήρια φόρμουλα στην Βρετανία. Μην τα πολυλογώ, η προαναφερθείσα δεσποινίδα αντί για το μάτι που έχασε, έχει ένα μάτι-κάμερα, που το βγάζει, το πετάει στα καταγώγια, είναι συνδεδεμένο με το ρολόι της, βλέπει τους κακούς για να τους καθαρίζει στο άψε σβήσε, και μετά το ξαναφοράει(μπλιαχ).Της δίνουν δύο σούπερ οχήματα σαν τεθωρακισμένα (ήξερα ότι θα πάνε όλα κατά διαόλου, από τη στιγμή που αναφέρθηκε ότι το όνομα του οδηγού ήταν Τσάντλερ),και την αμολάνε στη Γλασκώβη. Οι δρόμοι έχουν ερημώσει, κισσοί παντού(τελικά σε μια καταστροφή δε θα επιβιώσουν μόνο κατσαρίδες, αλλά και κισσοί),και φυσικά δεν υπάρχει ίχνος νερού, τροφής ή ρεύμα. Και ξαφνικά, εκεί που εξερευνούν την πόλη, τι γίνεται; Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα. Εμφανίζονται ένα μάτσο λοφιοφόροι νεαροί σε μηχανές. Μόλις τους είδα, είπα αμάν, ο Ρούφιο(από τον Πήτερ Παν) τελικά δεν πέθανε, στη Γλασκώβη πήγε κι έκανε οικογένεια! Τρομεροί σας λέω, φαΐ και νερό μπορεί να μην είχαν, αλλά μοβ βαφή για το λοφίο και τατουάζ είχαν μια χαρά. Τους πιάνουν λοιπόν, και η ηρωίδα μας καταχράζεται όλα της τα τεχνάσματα για να ξεφύγει από τους κακούς ανθρωποφάγους(ε ρε τι κάνει η βαφή),ανάμεσα στα οποία είναι και μια βόμβα αφρού. Τι κάνει η βόμβα αφρού; Μα καλά τι σόι άνθρωποι είστε εσείς; Βρε ανίδεοι, βγάζει αφρό φυσικά! Μπαίνει ας πούμε στο ασανσέρ(που δεν έχει ρεύμα),πετάει από κάτω του μια βόμβα αφρού, και ανεβαίνει στο δεύτερο. Όχι,παίζουμε…

Κατόπιν βγαίνει στο προσκήνιο μια κυρία με πολλά σουβλιά στο μαλλί(κι εγώ φοράω τέτοια, λες να γίνω έτσι;),μετά κάτι παχουλοί με σκωτσέζικες φούστες κάνουν ένα σύντομο πέρασμα(ε να μην ξεχνάμε και την παράδοση),και τελικά οι ήρωές μας καταλήγουν να ξεφεύγουν με ένα τραίνο σαν το Χόγκουαρτς Εξπρες ένα πράγμα(αν εμφανιζόταν και ο Χάρι Πότερ από πουθενά δε θα μου έκανε εντύπωση).Α, ξέχασα να πω, στην ομάδα έχει ενσωματωθεί και μια ξανθούλα με μεσαιωνικό φόρεμα, που αναλαμβάνει να τους πάει στο γιατρό που έχει βρει τη θεραπεία. Τους βγάζει λοιπόν σε ένα δάσος, και ξαφνικά ακούγεται ένας τρομερός θόρυβος. Αρχίζουν να τρέχουν όλοι, γιατί λένε ότι αυτό που ακούγεται είναι ο Εκτελεστής. Παναγιά μου βόηθα λες εσύ(πείτε το κι εσείς, θα σας χρειαστεί πολύ σύντομα).Διότι ο Εκτελεστής ξέρετε τι είναι; Ιππότης! Καλέ ναι, ένας ιππότης, με την πανοπλία του και το άτι του και το τόξο του. Τους ξαναπιάνουν λοιπόν οι φρουροί ,και ανακαλύπτεις εσύ ο έντρομος θεατής ότι θα κάνουμε πέρασμα ΚΑΙ από το Μεσαίωνα. Επειδή και καλά μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι αποφάσισαν οι μισοί να κάνουν λοφίο σαν τσαλαπετεινοί, και οι άλλοι μισοί να γυρίσουν στο Μεσαίωνα. Κι άμα κάνεις μια δουλειά, να την κάνεις σωστά, με τα κάστρα τους, με τις δάδες τους, με τα άχυρά τους…Άλλο να σου λέω κι άλλο να το βλέπεις…Τέλος πάντων, την βάζουν σε μια αρένα με ένα τυπά σαν gladiator,με πανοπλία και ένα μαρκούτσι από αυτά που έχουν αυτή τη μπάλα με τα καρφιά. Κι αυτή θυμίζω, μόνο με το μαύρο της φανελάκι και το παντελονάκι το δερμάτινο. Αλλά επειδή η ηρωίδα μας σαν γνήσιο αμερικανάκι δε μασάει, ξεφεύγει με κάτι κόλπα τύπου this is Sparta,και κάνει τον νταγλαρά αλοιφή μέχρι να πεις κύμινο. Καθαρίζει και καναδυο φρουρούς, και αφήνει τον ξεμωραμένο τον γιατρό που έχει γίνει βασιλιάς σε αυτό το τρελοκομείο, να κοιτάει κατσούφης τους αιχμαλώτους του να ξεφεύγουν από τις πολεμίστρες.

Η διαφυγή γίνεται από μια σήραγγα, αλλά οι μεσαιωνικοί φρουροί ακόμα είναι πίσω τους. Μέσα στη σήραγγα έχει πολλά ξύλινα κιβώτια. Πρέπει να βρουν κάτι σύντομα σε πυρομαχικό, γιατί με τα τόξα θα τους κάνουν τ’ αλλατιού. Κοιτάνε τη λίστα με τα πράγματα που έχει η σήραγγα, αλλά δεν έχουν χρόνο να ψάξουν, οπότε αποφασίζουν να ανοίξουν ένα κιβώτιο στην τύχη. Τώρα εσύ θα μου πεις αθώε κι ανυποψίαστε θεατή, μπορεί να γίνει χειρότερη αυτή η ταινία; Κι εγώ θα σου απαντήσω, φυσικά και γίνεται. Διότι το τυχαίο κουτί που ανοίγουν, ξέρεις τι έχει; Ένα υπερπολυτελές αμάξι! Αυτοί είναι συμπαίχτες για το Μεγάλο Παζάρι, όχι οι άλλοι οι μπουνταλάδες που πετυχαίνουν όλο Ζονγκ. Ε, να μη στα πολυλογώ, τρέχουν αυτοί με την αμαξάρα, τους παρατάνε οι μεσαιωνικοί τύποι, αλλά τους κυνηγάνε οι λοφιοφόροι, με κάτι οχήματα σαν των Φλίνστόουνς, με αρκουδάκια δεμένα στο παρμπρίζ (μη με ρωτάς γιατί).Η ξανθούλα να λέει στους κακούς με παρακαλητά να σταματήσουν, ένας από τους κακούς να έχει μεταμορφωθεί στον άνθρωπο-τσιμπούρι και να μη μπορούν να τον ξεκολλήσουν από το αμάξι…τρελά γλέντια σου λέω. Τελικά φτάνουν στον προορισμό τους, αλλά η ηρωίδα μας δε δέχεται να σωθεί, και σαν άλλος Τερμινέιτορ(στο 2 καλέ που είναι καλός),δέχεται να θυσιαστεί για το κοινό καλό.

Αφού δεν έκανε και κανένα πέρασμα ο Σούπερμαν, καλά πήγαμε…

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Ο Σείριος το αστεράκι μας!

Λοιπόν για να εξηγηθώ, μέχρι τώρα η μέρα μου δεν εξελίσσεται καλά.
Έπρεπε να καταλάβω σαν πανέξυπνος γάτος που είμαι ότι παίζεται ένα βρώμικο παιχνίδι πίσω από τις πλάτες μου. Πρώτα, εξαφανίστηκε η αδερφή μου.Ήρθε μια κυρία και με χάδια και αγκαλιές μας ξεγέλασε και μας την πήρε. Ξέρω, έπρεπε να την υπερασπιστώ, τι σόι αδερφός θα λέτε τώρα ότι είμαι, αλλά…να μωρέ…μην το πείτε πουθενά…μ’ αρέσουν τα χάδια.

Δεν πρόλαβε να φύγει η αδερφή μου και να διαλευκάνω το μυστήριο, και σήμερα το πρωί αυτή η κυρία με τα πολλά μαλλιά που μου έβαζε φαί κάθε μέρα, με έβαλε σε ένα πλαστικό κουτί. Ποιον, εμένα! Τον καπετάν-Φασαρία του σπιτιού! Τι να κάνω, έκλαψα, χτυπήθηκα, αλλά τίποτα.Με παρέδωσε σε κάτι άλλα δίποδα η προδότρα, που δεν έμοιαζαν διόλου με γάτες, και μετά το πλαστικό κουτί μου μπήκε σε ένα πράγμα σαν μεγάλη γάτα, που γουργούριζε πολύ δυνατά, είχε στρόγγυλα πόδια, και έτρεχε πολύ γρήγορα. «Ε, μέχρι εδώ ήταν»,είπα από μέσα μου. Δε γίνεται να μου φέρονται έτσι, θα τους δείξω εγώ.»Έβαλα λοιπόν τις πιο δυνατές αγριοφωνάρες που έχετε ακούσει. Να φανταστείτε, σχολίασαν ότι όσο μπόι μου λείπει, τόση φωνή έχω. Όχι παίζουμε…
Τέλος πάντων, κουράστηκα να φωνάζω και με πήρε ο ύπνος. Εξάλλου ένας γατάσκοπος δεν πρέπει να εξαντλεί τις δυνάμεις του.
Μετά από αρκετές ώρες, η μεγάλη γάτα με τις στρογγυλές πατούσες σταμάτησε να γουργουρίζει., και το κουτί μου άρχισε πάλι να κουνιέται. Έπιανε κάτι το γκριζωπό αυτί μου για μια νέα μαμά. Νέα μαμά;;; Κι εγώ είμαι με τις τσίμπλες από τον μεσημεριανό μου υπνάκο; Πω πω ντροπή…
Πριν προλάβω να σουλουπωθώ λιγάκι, ανοίγει το κουτί μου και με πιάνει μια χερούκλα.. Γραπώνομαι από εδώ, γραπώνομαι από εκεί, αλλάζω χέρια, με πιάνει ένα δίποδο με μουστάκια που κάποιος τον έλεγε Μούκο, τον πέρασα κι αυτόν για γάτο προς στιγμήν…Πανικός σας λέω. Με έχωσαν σε ένα άλλο κουτί με κακόγουστο γυαλιστερό μαξιλαράκι, μπήκα σε μια άλλη γουργουριστή γάτα, και αφού δάγκωσα όλα τα κάγκελα προσπαθώντας να βγω, έφτασα σε ένα πολύ παράξενο σπίτι. Έχουν κι άλλα γατέλια σαν εμένα εκεί, αλλά πιο μινιόν, κι ένα μεγάλο πλάσμα σαν αρκούδα που με μύριζε. Σκύλος μου είπαν ότι είναι, του έκανα ένα χου για καλό και για κακό.
Έφαγα, ήπια, και κοιμάμαι πάνω στη νέα μου μαμά, αφού την πεθαίνω στις νυχιές και σκαρφαλώσω πάνω της. Όλο μου λέει ότι είμαι ο πιο όμορφος γατούλης του κόσμου. Κι εγώ της απαντάω γουργουριστά ότι το ξέρω…