Είστε όλοι τόσο ξεχωριστοί για μένα...
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007
Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2007
Δυο μέρες μόνο
Τελικά δυο μέρες μόνο φτάνουν να σου φτιάξουν το κέφι και να σε γλυκάνουν για πολύυυυυυυ καιρό. Η συνταγή είναι πολύ απλή. Εγώ δοκίμασα δύο παραλλαγές, και οι δύο νοστιμότατες. Πάρτε χαρτί και μολύβι και σημειώστε:
Για την πρώτη, χρειάζεστε απλά μια γλυκιά ύπαρξη, κατά προτίμηση θηλυκή. Τώρα βέβαια εξαρτάται από την ποιότητα γλύκας και το ποσοστό που περιέχει. Αν, ας πούμε, καταφέρετε να βρείτε μία σαν τις καλές σοκολάτες, που έχουν μια τζούρα από παράδεισο, είστε σε πολύ καλό δρόμο. Έπειτα, χρειάζεστε ένα νυφικό. Επίσης κατά προτίμηση, ένα υπέροχο νυφικό. Άμα δε μπορείτε να βρείτε ένα, απλά αφήστε την προαναφερθείσα να διαλέξει ένα. Πάντα πέφτουν διάνα στα νυφικά και στους ανθρώπους. Και μετά απλά χαζέψτε. Δεν εγγυώμαι βέβαια σε πόσες μέρες θα περάσει η επίδραση. Πιθανές παρενέργειες:Να κυκλοφορείτε σαν ζόμπι για μερικά εικοσιτετράωρα, να μην έχετε επαφή με το περιβάλλον, να κοιτάτε τους γύρω σας με το βλέμμα του γατούλη στο Σρεκ…Πάντως δεν συνιστάται ο χειρισμός βαρέων μηχανημάτων και η οδήγηση όπως λένε και στα φάρμακα .ΠΡΟΣΟΧΗ! Η παραπάνω συνταγή γαρνίρεται και με ασορτί γελαστρόνι γαμπρό, και προσφάτως ανακάλυψα ότι με το σετ πηγαίνει πακέτο και υπεργελαστρόνι κουμπάρος.
Για τη δεύτερη θα χρειαστείτε λίγο παραπάνω κόπο…και…χμ…χρόνο. Βασικά στην αρχή η συνταγή είναι πολύ εύκολη. Απλά ξαπλώνετε ανυποψίαστοι με τον εκλεκτό της καρδιά σας και κάνετε τα ακατονόμαστα. Μετά το βάζετε στο φούρνο και περιμένετε εννέα μήνες. Και μετά, εμφανίζεται ένα μικρό ανθρωπάκι. Δε λέω, έχει ζαρωμένα χέρια λες και έχει μείνει τρεις ώρες πλατσουρίζοντας στη μπανιέρα, και δε βλέπει την τύφλα του, αλλά κάνει ωραίες γκριμάτσες και κοιμάται πιο γαλήνια κι από καλοταϊσμένος γάτος. Άσε που σου μένει και για μετά γιατί δε μπορείς να το φας όλο με τη μία ,και σε τρελαίνει στις ατάκες. Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, η Ελευθερία απέκτησε αδερφούλα. Δεύτερο ζευγάρι φτερά…
Για όσους λοιπόν προσπαθούν να μας μιζεριάσουν, υπενθυμίζω ότι για τους παραπάνω λόγους ακόμα τραγουδώ “What a wonderful world...”Ελάτε τώρα,αφού σας ακούω που το σιγομουρμουρίζετε κι εσείς...
Για την πρώτη, χρειάζεστε απλά μια γλυκιά ύπαρξη, κατά προτίμηση θηλυκή. Τώρα βέβαια εξαρτάται από την ποιότητα γλύκας και το ποσοστό που περιέχει. Αν, ας πούμε, καταφέρετε να βρείτε μία σαν τις καλές σοκολάτες, που έχουν μια τζούρα από παράδεισο, είστε σε πολύ καλό δρόμο. Έπειτα, χρειάζεστε ένα νυφικό. Επίσης κατά προτίμηση, ένα υπέροχο νυφικό. Άμα δε μπορείτε να βρείτε ένα, απλά αφήστε την προαναφερθείσα να διαλέξει ένα. Πάντα πέφτουν διάνα στα νυφικά και στους ανθρώπους. Και μετά απλά χαζέψτε. Δεν εγγυώμαι βέβαια σε πόσες μέρες θα περάσει η επίδραση. Πιθανές παρενέργειες:Να κυκλοφορείτε σαν ζόμπι για μερικά εικοσιτετράωρα, να μην έχετε επαφή με το περιβάλλον, να κοιτάτε τους γύρω σας με το βλέμμα του γατούλη στο Σρεκ…Πάντως δεν συνιστάται ο χειρισμός βαρέων μηχανημάτων και η οδήγηση όπως λένε και στα φάρμακα .ΠΡΟΣΟΧΗ! Η παραπάνω συνταγή γαρνίρεται και με ασορτί γελαστρόνι γαμπρό, και προσφάτως ανακάλυψα ότι με το σετ πηγαίνει πακέτο και υπεργελαστρόνι κουμπάρος.
Για τη δεύτερη θα χρειαστείτε λίγο παραπάνω κόπο…και…χμ…χρόνο. Βασικά στην αρχή η συνταγή είναι πολύ εύκολη. Απλά ξαπλώνετε ανυποψίαστοι με τον εκλεκτό της καρδιά σας και κάνετε τα ακατονόμαστα. Μετά το βάζετε στο φούρνο και περιμένετε εννέα μήνες. Και μετά, εμφανίζεται ένα μικρό ανθρωπάκι. Δε λέω, έχει ζαρωμένα χέρια λες και έχει μείνει τρεις ώρες πλατσουρίζοντας στη μπανιέρα, και δε βλέπει την τύφλα του, αλλά κάνει ωραίες γκριμάτσες και κοιμάται πιο γαλήνια κι από καλοταϊσμένος γάτος. Άσε που σου μένει και για μετά γιατί δε μπορείς να το φας όλο με τη μία ,και σε τρελαίνει στις ατάκες. Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, η Ελευθερία απέκτησε αδερφούλα. Δεύτερο ζευγάρι φτερά…
Για όσους λοιπόν προσπαθούν να μας μιζεριάσουν, υπενθυμίζω ότι για τους παραπάνω λόγους ακόμα τραγουδώ “What a wonderful world...”Ελάτε τώρα,αφού σας ακούω που το σιγομουρμουρίζετε κι εσείς...
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2007
Εσείς τι θα κάνετε την Κυριακή;

Την Κυριακή,που είναι μέρα εκλογών,έχει τα γενέθλιά της η τρίχρονη βαφτισιμιά του μπαμπά μου,η Ελευθερία.Σήμερα έπρεπε να της πάρουμε το δώρο της,και επειδή δε μπορούσαμε να καταλήξουμε,την πήραμε τηλέφωνο να τη ρωτήσουμε μήπως έχει διαλέξει κάτι.Στην ερώτησή μας λοιπόν αν έχει δει κάποιο παιχνίδι από κάποια διαφήμιση,ή κάτι που να είχε κάποιο άλλο παιδάκι και να της άρεσε,πήραμε την εξής αφοπλιστική απάντηση:"Φέτος είμαι τρία.Θέλω για τα γενέθλια μία σοκολάτα,dvd με παιδικά,και φτερά".Και βέβαια η μαμά μου τη ρώτησε με την γνωστή αφέλεια των μεγάλων τι τα θέλει τα φτερά."Μα για να πετάξω καλέ νονά."
Όσο λοιπόν θα βγάζουν exit poll την Κυριακή,εγώ θα έχω αγκαλιά την Ελευθερία με τα φτερά της.Ζηλεύετε;Σας παίρνω κι εσάς ένα ζευγάρι φτερά άμα έχετε τα κότσια να τα φορέσετε...
Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007
Ο Μήτσος ο καλουπωτζής
Η ιστορία που ακολουθεί αποτελεί την εκδίκηση για όλα τα χρόνια κοροϊδίας της παιδικής μου αθωότητας.
Ο μπαμπάς μου, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ελαιοχρωματιστής. Άλλο τώρα που είναι ψώνιο και θέλει να τον αποκαλούμε «μακιγιέρ μεγάλων επιφανειών». Για κάποιο χρονικό διάστημα λοιπόν, γύρω στα έξι μου χρόνια, περνούσε πολλές ώρες στη δουλειά, και μερικές φορές δεν προλάβαινα να τον δω το βράδυ που γύριζε σπίτι. Το ίδιο συνέβαινε και το μεσημέρι που γύριζα από το νηπιαγωγείο, αφού ο μπαμπάς ήταν πολύ κουρασμένος και κοιμόταν για να ξαναπάει στη δουλειά το απόγευμα. Εξαιτίας αυτού του παράξενου προγράμματος , μερικές φορές περνούσαν και δυο, ίσως και τρεις μέρες χωρίς να ειδωθούμε.
Μία από αυτές τις περιπτώσεις απουσίας λοιπόν, χρησίμεψε ως παγίδα για να αντλήσουν έξτρα υλικό για πείραγμα. Ένα πρωί με ξεμοναχιάζει ο μπαμπάς με το πρωινό μου γαλατάκι στο χέρι και μου λέει:
-«Κοίτα Δωράκι, από ότι έχεις δει τις τελευταίες μέρες γυρίζω αργά το βράδυ. Και τις περισσότερες φορές φεύγω πριν ξυπνήσεις για το σχολείο. Η μαμά μένει πολλά βράδια μόνη της. Όσο λοιπόν λείπω, θέλω να την προσέχεις λίγο, εντάξει;»
-«Εντάξει μπαμπά»,αποκρίθηκε το μικρό, ανυποψίαστο θύμα.
Δε μου μπήκαν τίποτα ιδέες στο μυαλό. Αρνί σας λέω, του γαλάκτου μάλιστα.
Την επομένη το πρωί ξυπνάω και πάω προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου. Βλέπω έναν κύριο ξαπλωμένο με πλάτη σε μένα, με τα εσώρουχα. «Α τι καλά, ο μπαμπάς δεν πρόλαβε να φύγει»,λέω.
-«Μπαμπά;»
-«Ποιος μπαμπάς παιδί μου, δεν είμαι ο μπαμπάς σου εγώ».(με βραχνή φωνή)
-«Και τότε ποιος είστε κύριε;»
-«Ο Μήτσος ο καλουπωτζής».
Παγάκι εγώ. Τελικά ο μπαμπάς είχε δίκιο. Κάτι ήξερε και με προειδοποίησε να προσέχω τη μαμά. Τρέχω γρήγορα στο δωμάτιό μου να ζυγιάσω την κατάσταση. Να το πω, ή να μην το πω; Και στο καπάκι, έρχεται η καταστροφή. Μπαίνει ο μπαμπάς με τη φόρμα της δουλειάς χαμογελαστός. Και έρχεται η ερώτηση-παγίδα.
-«Τι κάνεις μωρό μου, όλα καλά;»
-«Ναι μπαμπά, καλά».
-«Θυμάσαι αυτό που σου ζήτησα χτες;»
-«Ναι μπαμπά».
-«Έκανες όπως σου είπα; Έγινε τίποτα περίεργο;»
Να σε δω τώρα κυρία μου. Που ο μπαμπάς σε εμπιστεύτηκε ως θεματοφύλακα των ηθικών αξιών της μικρής πλην τίμιας οικογενείας μας. Τι θα πεις τώρα;
-«Όχι μπαμπά, τίποτα…» ψέλλισα με φωνή που ίσα που ακουγόταν.
-«Ωραία, άντε ντύσου τότε, η μαμά σε περιμένει να πάτε για ψώνια».
Η γειτονιά μας τότε ήταν μια μικρή συνοικία. Από αυτές που όλοι το βράδυ έβγαζαν καρέκλες στο πεζοδρόμια και κουβέντιαζαν σε πηγαδάκια. Και φυσικά, που όλοι γνωρίζονταν. Είχε και ένα μικρό μίνι μάρκετ.
Με παίρνει λοιπόν η μαμά και ξεκινάμε για τα ψώνια… Εμένα όμως μέσα μου με έτρωγε η αδικία. Πώς μπόρεσα κι έκανα τέτοιο πράγμα; Φτάνουμε λοιπόν, και παίρνω τη λίστα με τα ψώνια με βαριά καρδιά. Η ιδιοκτήτρια και οι γειτόνισσες με έκαναν χάζι, γιατί ήξερα ήδη να διαβάζω και ήξερα και τι μάρκα παίρναμε από το κάθε είδος, οπότε η μαμά με άφηνε να τα κάνω μόνη μου τα ψώνια και κουβέντιαζε με τις άλλες κυρίες. Να κατεβάζω εγώ το λάδι από το ράφι, και να σκέφτομαι το λάθος μου. Το βαρύ μου κρίμα. Και τελειώνω τα ψώνια λοιπόν, πάω το καλάθι μου στο ταμείο, και λέει η μαμά:
«Α, να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και ξυριστικές μηχανές του μπαμπά».
Και απαντάω εγώ με μια ανεπανάληπτη φυσικότητα:
«Μα γιατί να πάρουμε ξυριστικά του μπαμπά, αφού ο μπαμπάς έφυγε και τώρα σπίτι μας τα βράδια κοιμάται ο Μήτσος ο καλουπωτζής».
Φανταστείτε τώρα σκηνικό. Η μαμά να προσπαθεί να εξηγήσει στην κουτσομπόλα ιδιοκτήτρια ότι μου έκαναν πλάκα, και ότι ο μπαμπάς, ο οποίος είχε βραχνιάσει το προηγούμενο βράδυ, είχε ντυθεί γρήγορα-γρήγορα για να παραστήσει και το μπαμπά μου μετά το Μήτσο. Η ιδιοκτήτρια να απαντάει ότι δεν πειράζει, το κατάλαβε, τα παιδιά λένε διάφορες ιστορίες, αλλά να το βλέπεις στα μάτια της ότι δεν πίστευε λέξη από την εξήγηση της μαμάς. Κι εγώ, να μην καταλαβαίνω λέξη από όσα λένε και να αναρωτιέμαι τι να τα κάνουμε τα ξυριστικά, αφού ο μπαμπάς θα μας παρατήσει στάνταρ άμα μάθει τι έκανα.
Εμ, άμα δε βάζετε μυαλό, υπάρχει και Θεία Δίκη παιδιά…
Ο μπαμπάς μου, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ελαιοχρωματιστής. Άλλο τώρα που είναι ψώνιο και θέλει να τον αποκαλούμε «μακιγιέρ μεγάλων επιφανειών». Για κάποιο χρονικό διάστημα λοιπόν, γύρω στα έξι μου χρόνια, περνούσε πολλές ώρες στη δουλειά, και μερικές φορές δεν προλάβαινα να τον δω το βράδυ που γύριζε σπίτι. Το ίδιο συνέβαινε και το μεσημέρι που γύριζα από το νηπιαγωγείο, αφού ο μπαμπάς ήταν πολύ κουρασμένος και κοιμόταν για να ξαναπάει στη δουλειά το απόγευμα. Εξαιτίας αυτού του παράξενου προγράμματος , μερικές φορές περνούσαν και δυο, ίσως και τρεις μέρες χωρίς να ειδωθούμε.
Μία από αυτές τις περιπτώσεις απουσίας λοιπόν, χρησίμεψε ως παγίδα για να αντλήσουν έξτρα υλικό για πείραγμα. Ένα πρωί με ξεμοναχιάζει ο μπαμπάς με το πρωινό μου γαλατάκι στο χέρι και μου λέει:
-«Κοίτα Δωράκι, από ότι έχεις δει τις τελευταίες μέρες γυρίζω αργά το βράδυ. Και τις περισσότερες φορές φεύγω πριν ξυπνήσεις για το σχολείο. Η μαμά μένει πολλά βράδια μόνη της. Όσο λοιπόν λείπω, θέλω να την προσέχεις λίγο, εντάξει;»
-«Εντάξει μπαμπά»,αποκρίθηκε το μικρό, ανυποψίαστο θύμα.
Δε μου μπήκαν τίποτα ιδέες στο μυαλό. Αρνί σας λέω, του γαλάκτου μάλιστα.
Την επομένη το πρωί ξυπνάω και πάω προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου. Βλέπω έναν κύριο ξαπλωμένο με πλάτη σε μένα, με τα εσώρουχα. «Α τι καλά, ο μπαμπάς δεν πρόλαβε να φύγει»,λέω.
-«Μπαμπά;»
-«Ποιος μπαμπάς παιδί μου, δεν είμαι ο μπαμπάς σου εγώ».(με βραχνή φωνή)
-«Και τότε ποιος είστε κύριε;»
-«Ο Μήτσος ο καλουπωτζής».
Παγάκι εγώ. Τελικά ο μπαμπάς είχε δίκιο. Κάτι ήξερε και με προειδοποίησε να προσέχω τη μαμά. Τρέχω γρήγορα στο δωμάτιό μου να ζυγιάσω την κατάσταση. Να το πω, ή να μην το πω; Και στο καπάκι, έρχεται η καταστροφή. Μπαίνει ο μπαμπάς με τη φόρμα της δουλειάς χαμογελαστός. Και έρχεται η ερώτηση-παγίδα.
-«Τι κάνεις μωρό μου, όλα καλά;»
-«Ναι μπαμπά, καλά».
-«Θυμάσαι αυτό που σου ζήτησα χτες;»
-«Ναι μπαμπά».
-«Έκανες όπως σου είπα; Έγινε τίποτα περίεργο;»
Να σε δω τώρα κυρία μου. Που ο μπαμπάς σε εμπιστεύτηκε ως θεματοφύλακα των ηθικών αξιών της μικρής πλην τίμιας οικογενείας μας. Τι θα πεις τώρα;
-«Όχι μπαμπά, τίποτα…» ψέλλισα με φωνή που ίσα που ακουγόταν.
-«Ωραία, άντε ντύσου τότε, η μαμά σε περιμένει να πάτε για ψώνια».
Η γειτονιά μας τότε ήταν μια μικρή συνοικία. Από αυτές που όλοι το βράδυ έβγαζαν καρέκλες στο πεζοδρόμια και κουβέντιαζαν σε πηγαδάκια. Και φυσικά, που όλοι γνωρίζονταν. Είχε και ένα μικρό μίνι μάρκετ.
Με παίρνει λοιπόν η μαμά και ξεκινάμε για τα ψώνια… Εμένα όμως μέσα μου με έτρωγε η αδικία. Πώς μπόρεσα κι έκανα τέτοιο πράγμα; Φτάνουμε λοιπόν, και παίρνω τη λίστα με τα ψώνια με βαριά καρδιά. Η ιδιοκτήτρια και οι γειτόνισσες με έκαναν χάζι, γιατί ήξερα ήδη να διαβάζω και ήξερα και τι μάρκα παίρναμε από το κάθε είδος, οπότε η μαμά με άφηνε να τα κάνω μόνη μου τα ψώνια και κουβέντιαζε με τις άλλες κυρίες. Να κατεβάζω εγώ το λάδι από το ράφι, και να σκέφτομαι το λάθος μου. Το βαρύ μου κρίμα. Και τελειώνω τα ψώνια λοιπόν, πάω το καλάθι μου στο ταμείο, και λέει η μαμά:
«Α, να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και ξυριστικές μηχανές του μπαμπά».
Και απαντάω εγώ με μια ανεπανάληπτη φυσικότητα:
«Μα γιατί να πάρουμε ξυριστικά του μπαμπά, αφού ο μπαμπάς έφυγε και τώρα σπίτι μας τα βράδια κοιμάται ο Μήτσος ο καλουπωτζής».
Φανταστείτε τώρα σκηνικό. Η μαμά να προσπαθεί να εξηγήσει στην κουτσομπόλα ιδιοκτήτρια ότι μου έκαναν πλάκα, και ότι ο μπαμπάς, ο οποίος είχε βραχνιάσει το προηγούμενο βράδυ, είχε ντυθεί γρήγορα-γρήγορα για να παραστήσει και το μπαμπά μου μετά το Μήτσο. Η ιδιοκτήτρια να απαντάει ότι δεν πειράζει, το κατάλαβε, τα παιδιά λένε διάφορες ιστορίες, αλλά να το βλέπεις στα μάτια της ότι δεν πίστευε λέξη από την εξήγηση της μαμάς. Κι εγώ, να μην καταλαβαίνω λέξη από όσα λένε και να αναρωτιέμαι τι να τα κάνουμε τα ξυριστικά, αφού ο μπαμπάς θα μας παρατήσει στάνταρ άμα μάθει τι έκανα.
Εμ, άμα δε βάζετε μυαλό, υπάρχει και Θεία Δίκη παιδιά…
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007
Daddy's girl
Νομίζω ότι σαν αναγνωστικό κοινό έχετε ωριμάσει αρκετά για να σας εμπιστευθώ και την παρακάτω ιστορία. Παρακαλώ όσο διαβάζετε να έχετε κατά νου πόσο αφελής και αθώος άνθρωπος είμαι και ότι συχνά πέφτω θύμα εξαπάτησης προς τέρψη κακεντρεχών ανθρώπων, που χαίρονται να γελούν με τα παθήματά μου.
Κλασσική περίπτωση τέτοιου ανθρώπου, ήταν ο μπαμπάς μου. Ο παρελθοντικός χρόνος υποδηλώνει ότι τώρα πια έχει σταματήσει να το κάνει και με έχει παραδώσει πια στα χέρια άλλου βασανιστή.
Σαν παιδάκι, είχα λέγειν.
Και συχνά μπορούσε να με βρει κανείς στο προαύλιο του σχολείου να βγάζω λόγο στα παιδάκια της τάξης, που με άκουγαν πάντα με ανοιχτό το στόμα (να βλέπει τι έχασε η Νομική…)Ως εκ τούτου, είχα επιρροή στους συμμαθητές μου, οι οποίοι συχνά έχαφταν πολλές βλακείες που έλεγα, όπως για παράδειγμα ότι το πράσινο, γλοιώδες φαντασματάκι των Ghostbusters ζούσε στην κουζίνα μας. Μάλιστα, είχαν έρθει να το δουν κιόλας.
Εν ολίγοις, κανείς μεγάλος δεν είχε δώσει σημασία σε αυτό το θέμα, και μάλιστα πολλές φορές έβρισκαν και χαριτωμένη την συμπεριφορά μου αυτή. Όχι όμως κι εκείνη τη φορά.
Η δασκάλα μας, στα πλαίσια ενός μαθήματος στο «Εμείς κι ο κόσμος»,μας ζήτησε να ρωτήσουμε τη μαμά και το μπαμπά αν έχουν κάτι αξιοσημείωτο να μας διηγηθούν από τη γέννησή μας. Οτιδήποτε, κάποιο γεγονός στην εγκυμοσύνη της μαμάς, κάποια αστεία αντίδραση, κάτι. Πήγαν λοιπόν κι εγώ στο σπίτι, και για κακή μου τύχη, ρώτησα τον προαναφερθέντα διαφθορέα. Με καθίζει λοιπόν κάτω ο μπαμπάς και μου λέει: «Λοιπόν Δωράκι, για μας τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Είδες πόσο δύσκολο πράγμα είναι η εγκυμοσύνη.» Ο αδερφός μου ήταν περίπου ενάμισι έτους και θυμόμουν πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα για την καημένη τη μαμά που έπρεπε να φουσκώσει σαν κέικ με Φαρινάπ, και μετά να πάει σε αυτό το μεγάλο άσπρο κτίριο… «Αποφασίσαμε λοιπόν με τη μαμά να τα μοιραστούμε. Έτσι δεν πρέπει να κάνουν οι μπαμπάδες;» Ναι, ναι, συμφώνησε η μικρή σουφραζέτα μέσα μου. «Ε οπότε είπαμε να κάνω εγώ εσένα και η μαμά το μπέμπη.» Κοίταξα το μπαμπά με δυσπιστία. Μα γίνεται αυτό; Δεν έχω δει άλλους μπαμπάδες να το κάνουν. Αλλά και πάλι, έτσι δεν είναι το δίκαιο; Οπότε οι αμφιβολίες μου πήγαν περίπατο και πήγα να παίξω στο πάρκο, με την ιστορία μου έτοιμη για την επόμενη μέρα.
Το επόμενο πρωί, ήπια το γάλα μου, έβαλα την τσάντα μου, και ξεκινήσαμε για το σχολείο. Φίλησα τη μαμά, και έτρεξα στην τάξη. Θυμάμαι καθόμασταν σε Π. Ξεκινάει λοιπόν ο πρώτος, λέει τα δικά του. Λέξη δεν άκουγα εγώ. Αρχίσει η δεύτερη, έλεγε κάτι για το λώρο που είχε τυλιχτεί γύρω από το λαιμό της στη γέννα. «Λέγε εσύ κορόιδο»,έλεγα εγώ από μέσα μου. Και φτάνει η σειρά μου…Και ρίχνω τη βόμβα:
«Εμένα με έκανε ο μπαμπάς μου.»
Μία ολόκληρη τάξη με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια. Κι αρχίζω εγώ να εξηγώ τη θεωρία του μπαμπά, απτόητη από την έκφραση της κυρίας μου, που είχε πάρει ένα διόλου ενθαρρυντικό μελιτζανί χρωματάκι. Ήμουν και η συμπάθειά της βλέπετε. Το καμάρι της. Και να αρχίσει η μισή τάξη ένα κλάμα…άνευ προηγουμένου. Είπαμε, έπειθα. Εσάς δηλαδή δε θα σας έπεφτε κομματάκι βαρύ να μαθαίνατε ότι θα μπορούσε να σας κάνει ο μπαμπάς σας και δεν το έκανε ο άκαρδος, να ξαλαφρώσει λιγάκι και την καημένη τη μαμά;
Εκείνο το μεσημέρι, επέστρεψα σπίτι μαζί με την κυρία μου, που τύγχανε να είναι και οικογενειακή μας φίλη. Η οποία φώναξε έξαλλη το μπαμπά μου στο κεφαλόσκαλο. Εμένα με έστειλαν μέσα. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αναστατώθηκε τόσο. Μήπως ήθελε κι αυτή να την είχε κάνει ο μπαμπάς της;
Κλασσική περίπτωση τέτοιου ανθρώπου, ήταν ο μπαμπάς μου. Ο παρελθοντικός χρόνος υποδηλώνει ότι τώρα πια έχει σταματήσει να το κάνει και με έχει παραδώσει πια στα χέρια άλλου βασανιστή.
Σαν παιδάκι, είχα λέγειν.
Και συχνά μπορούσε να με βρει κανείς στο προαύλιο του σχολείου να βγάζω λόγο στα παιδάκια της τάξης, που με άκουγαν πάντα με ανοιχτό το στόμα (να βλέπει τι έχασε η Νομική…)Ως εκ τούτου, είχα επιρροή στους συμμαθητές μου, οι οποίοι συχνά έχαφταν πολλές βλακείες που έλεγα, όπως για παράδειγμα ότι το πράσινο, γλοιώδες φαντασματάκι των Ghostbusters ζούσε στην κουζίνα μας. Μάλιστα, είχαν έρθει να το δουν κιόλας.
Εν ολίγοις, κανείς μεγάλος δεν είχε δώσει σημασία σε αυτό το θέμα, και μάλιστα πολλές φορές έβρισκαν και χαριτωμένη την συμπεριφορά μου αυτή. Όχι όμως κι εκείνη τη φορά.
Η δασκάλα μας, στα πλαίσια ενός μαθήματος στο «Εμείς κι ο κόσμος»,μας ζήτησε να ρωτήσουμε τη μαμά και το μπαμπά αν έχουν κάτι αξιοσημείωτο να μας διηγηθούν από τη γέννησή μας. Οτιδήποτε, κάποιο γεγονός στην εγκυμοσύνη της μαμάς, κάποια αστεία αντίδραση, κάτι. Πήγαν λοιπόν κι εγώ στο σπίτι, και για κακή μου τύχη, ρώτησα τον προαναφερθέντα διαφθορέα. Με καθίζει λοιπόν κάτω ο μπαμπάς και μου λέει: «Λοιπόν Δωράκι, για μας τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Είδες πόσο δύσκολο πράγμα είναι η εγκυμοσύνη.» Ο αδερφός μου ήταν περίπου ενάμισι έτους και θυμόμουν πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα για την καημένη τη μαμά που έπρεπε να φουσκώσει σαν κέικ με Φαρινάπ, και μετά να πάει σε αυτό το μεγάλο άσπρο κτίριο… «Αποφασίσαμε λοιπόν με τη μαμά να τα μοιραστούμε. Έτσι δεν πρέπει να κάνουν οι μπαμπάδες;» Ναι, ναι, συμφώνησε η μικρή σουφραζέτα μέσα μου. «Ε οπότε είπαμε να κάνω εγώ εσένα και η μαμά το μπέμπη.» Κοίταξα το μπαμπά με δυσπιστία. Μα γίνεται αυτό; Δεν έχω δει άλλους μπαμπάδες να το κάνουν. Αλλά και πάλι, έτσι δεν είναι το δίκαιο; Οπότε οι αμφιβολίες μου πήγαν περίπατο και πήγα να παίξω στο πάρκο, με την ιστορία μου έτοιμη για την επόμενη μέρα.
Το επόμενο πρωί, ήπια το γάλα μου, έβαλα την τσάντα μου, και ξεκινήσαμε για το σχολείο. Φίλησα τη μαμά, και έτρεξα στην τάξη. Θυμάμαι καθόμασταν σε Π. Ξεκινάει λοιπόν ο πρώτος, λέει τα δικά του. Λέξη δεν άκουγα εγώ. Αρχίσει η δεύτερη, έλεγε κάτι για το λώρο που είχε τυλιχτεί γύρω από το λαιμό της στη γέννα. «Λέγε εσύ κορόιδο»,έλεγα εγώ από μέσα μου. Και φτάνει η σειρά μου…Και ρίχνω τη βόμβα:
«Εμένα με έκανε ο μπαμπάς μου.»
Μία ολόκληρη τάξη με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια. Κι αρχίζω εγώ να εξηγώ τη θεωρία του μπαμπά, απτόητη από την έκφραση της κυρίας μου, που είχε πάρει ένα διόλου ενθαρρυντικό μελιτζανί χρωματάκι. Ήμουν και η συμπάθειά της βλέπετε. Το καμάρι της. Και να αρχίσει η μισή τάξη ένα κλάμα…άνευ προηγουμένου. Είπαμε, έπειθα. Εσάς δηλαδή δε θα σας έπεφτε κομματάκι βαρύ να μαθαίνατε ότι θα μπορούσε να σας κάνει ο μπαμπάς σας και δεν το έκανε ο άκαρδος, να ξαλαφρώσει λιγάκι και την καημένη τη μαμά;
Εκείνο το μεσημέρι, επέστρεψα σπίτι μαζί με την κυρία μου, που τύγχανε να είναι και οικογενειακή μας φίλη. Η οποία φώναξε έξαλλη το μπαμπά μου στο κεφαλόσκαλο. Εμένα με έστειλαν μέσα. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αναστατώθηκε τόσο. Μήπως ήθελε κι αυτή να την είχε κάνει ο μπαμπάς της;
Τετάρτη 29 Αυγούστου 2007
Ή εγώ,ή η πάπια
Μία καλοκαιρινή ιστορία, που ελπίζω να με δικαιώσει για τις μέρες απουσίας.
Όλα μου τα χρόνια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πηγαίναμε διακοπές στο χωριό του μπαμπά. Το οποίο χωριό βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά του Πηλίου, όπου η θάλασσα δεν είναι πια ήρεμος Παγασητικός, αλλά αφριστό Αιγαίο. Εκεί λοιπόν είχα την πρώτη μου επαφή με τη θάλασσα, και βέβαια έμαθα κολύμπι.
Βέβαια, όπως όλα τα παιδάκια, στις πρώτες μου θαλάσσιες εξορμήσεις συνοδευόμουν από το απαραίτητο σωσίβιο. Μόνο που στη δική μου περίπτωση, το σωσίβιο ήταν ένα τεράστιο μισητό παπί. Κίτρινο με κόκκινο. Με μια υπερμεγέθη κεφάλα πίσω από την οποία δεν έβλεπα τίποτα απολύτως. Παρόλα αυτά, οι γονείς μου το έβρισκαν πολύ χαριτωμένο να προσπαθούν να με κάνουν να συνεργαστώ με το ηλίθιο φουσκωτό πτηνό, για άγνωστους σε μένα λόγους, παρόλες τις τσιρίδες μου κάθε φορά που με πλησίαζαν. Και όπως καταλαβαίνετε, έφτασε κάποια στιγμή που δε γινόταν πια να συνυπάρξουμε. Ή αυτή, ή εγώ. Κατάστρωσα λοιπόν προσεκτικά το σχέδιό μου και την επόμενη μέρα που την εναπόθεσαν δίπλα μου, έπιασα αμέσως δουλειά. Θα την έθαβα και δε θα με ξαναενοχλούσε ποτέ. Αλλά όπως εικάζεστε, δεν είχα εξελιχθεί ακόμη στη σατανική ιδιοφυΐα που γνωρίζετε σήμερα. Και στο σχέδιο δεν υπήρχε πρόβλεψη για την τεχνική δυσκολία του θαψίματος. Διότι η άμμος έρεε από την υδροκέφαλη πάπια ξανά στην παραλία, και όση ώρα για αν προσπαθούσα, δεν έβλεπα προκοπή.

Βλέποντάς τη να με κοιτάει ειρωνικά με τα τεράστια, σατανικά, λαστιχένια μάτια της, η οργή ξεχείλισε από μέσα μου. Και ομολογώ ότι το έγκλημα έγινε εν βρασμώ. Άρχισα να τη χτυπάω με το φτυαράκι και σταμάτησα μόνο όταν είχε χάσει κάθε κυβικό εκατοστό αντιπαθητικού αέρα από την παραφουσκωμένη κοιλιά της. Το κακό είχε γίνει. Και η μαμά αποτύπωσε τη σκηνή του δράματος με το δολοφόνο να μορφάζει δίπλα στο πτώμα:

Τουλάχιστον την επόμενη χρονιά μου πήραν κάτι ωραιότατα μπρατσάκια με τα Στρουμφάκια…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
