Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Εσείς έχετε ουράνιο τόξο;

Αλήθεια, είχατε ποτέ ουράνιο τόξο δικό σας; Εγώ έχω. Καταδικό μου. Φρέσκο φρέσκο μάλιστα. Και μονίμως πάνω από το κεφάλι μου.
Από μικρό παιδάκι μου άρεσε να χαζεύω στο πάρκο μετά τη βροχή την αχνή, πολύχρωμη καμάρα που έβλεπες μόνο αν έφερνες το κεφάλι σου στη σωστή γωνία. Ίσως γι’ αυτό μου έχει μείνει κουσούρι, όταν βλέπω κάτι όμορφο να γέρνω το κεφάλι ακόμα. Άλλωστε, ένα ουράνιο τόξο δεν είναι θέαμα για όλους. Πρέπει να θέλεις και να ξέρεις να το δεις.Μεγαλώνοντας, αραίωσαν οι βόλτες στα πάρκα μετά τη βροχή. Αραίωσαν και τα ουράνια τόξα. Το τελευταίο που χάζεψα ήταν ένα μικρούλι που ήταν φτιαγμένο από ένα αυτόματο ποτιστήρι σε ένα παρκάκι. Τεχνητό, αλλά τι να κάνουμε. Στην αναβροχιά…
Η αλήθεια είναι ότι ανακάλυψα το πιο μεγάλο και πολύχρωμο ουράνιο τόξο που έχω δει ποτέ μόλις χτες. Δεν το κατάλαβα αμέσως, γιατί τα ουράνια τόξα που ήξερα μέχρι τώρα ήταν χρωματιστά. Αυτό ήταν λευκό. Ξέρετε βέβαια ότι το λευκό περιέχει όλα τα χρώματα. Αρκεί να το διασπάσεις. Τώρα άμα δεν έχετε βρόχινο νερό, κάνουν και τα δάκρυα μια χαρά. Χαράς, προσμονής, συγκίνησης, όλα μας κάνουν. Απλά κοιτάξτε το, βουρκώστε λίγο, και γείρτε το κεφάλι. Και όλα τα χρώματα θα ξεχυθούν μπροστά σας. Τόσο απλό.
Μερικές φορές δεν ξέρεις πόσο τυχερός είσαι. Ή δεν το έχεις συνειδητοποιήσει. Το πεισματάρικο ανθρώπινο μυαλό σου αντιστέκεται σθεναρά προβάλλοντας ένα σωρό δικαιολογίες. «Είναι λίγος ο καιρός που σε ξέρει». «Δεν γίνεται να νιώθει το ίδιο». Κι άλλα τέτοια. Βλακείες λέω εγώ. Πιστέψτε στη μαγεία. Εθιστείτε στην ευτυχία κι ας σιχαίνεστε το ροζ (βγαίνει και σε γαλάζιο για κάτι μούκους σαν εμένα). Και κάντε ό,τι χρειάζεται για να μη σας φύγει. Φυλάξτε το σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό. Άλλωστε, όπως λέει κι ο Μικρός Πρίγκιπας, δε μπορείς να δεις καθαρά παρά μόνο με την καρδιά. Τα απαραίτητα είναι αόρατα για τα μάτια. Ακριβώς σαν το ουράνιο τόξο μου.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Δίψα για ΕΨΑ

Μία ακόμη ιστορία,για να έχω να διαβάζω αύριο και να μη στενοχωριέμαι…
Όταν ήμουν μικρή, έρχονταν συχνά στο σπίτι μας οικογενειακοί φίλοι των γονιών μου. Και συνήθως έφερναν μαζί τους και τα παιδάκια τους για να παίξουμε. Ένα από αυτά τα παιδάκια ήταν και η Μέλλω.
Οι γονείς μας ήταν χρόνια φίλοι,και μάλιστα πολύ καλοί. Και θεωρούσαν βέβαια ότι εγώ , σαν το νεότερο μέλος την οικογενείας,έπρεπε να συνεχίσω αυτή τη μακρά παράδοση. Και έτσι,έπρεπε να παίζω με τη Μέλλω όταν έρχονταν επίσκεψη…Δε μπορώ να πω,το παιδάκι ήταν η αποθέωση της καλοσύνης και της αθωότητας. Ίδιο ο Έλμο ο Γαργαλίτσας σε ανθρώπινη έκδοση. Κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να γίνουμε φίλες, πράγμα που πολλές φορές περιλάμβανε να τρέχει από πίσω μου ό,τι κι αν κάνω,όπου κι αν πηγαίνω.Παρόλα αυτά, εγώ τη θεωρούσα υπερβολικά μωρό για να μοιραστώ τα παιχνίδια μου μαζί της. Είχαμε άλλωστε και ΔΥΟ ολόκληρα χρόνια διαφορά.
Ένα βράδυ λοιπόν,πήγαμε σε ένα τσιπουράδικο. Καθόμαστε δίπλα δίπλα με τους γονείς απέναντι να μας καμαρώνουν,και ρωτάει ο μπαμπάς της:
«Κορίτσια,τι θέλετε να πιείτε;»
Εγώ,ως συνήθως,απάντησα ότι δεν ήθελα τίποτα.Εξάλλου αγγαρεία την έκανα την έξοδο με το «μικρό» να με κοιτάει με λατρεία δίπλα μου. Η Μέλλω πήρε μία πορτοκαλάδα. Δίνεται η παραγγελία, και εμφανίζεται ο χαρωπός σερβιτόρος με την πορτοκαλάδα μετά από μερικά λεπτά. Έλα μου όμως που εγώ την ήθελα τώρα. Πώς να το πω όμως; Την κοιτούσα να κάθεται στο ωραίο της μπουκάλι και να με κοιτάει. Ξέρετε, οι ΕΨΑ έχουν πάρει και βραβείο για το μπουκάλι τους, δεν είναι ότι κι ότι…Κι αυτό το αγαθιάρικο πλάσμα δίπλα να με κοιτάει και να χαμογελάει…Ε ήταν too much για έναν μελλοντικό ξεμμαλιαστή παρανυφακίων τόση καλοσύνη. Και έπρεπε να βάλω ένα τέλος. Ε, έδωσα κι εγώ μια στην καρέκλα…
Στη συνέχεια,θυμάμαι τη Μέλλω να την πηγαίνουν στο νοσοκομείο και να λέει το καημένο συνέχεια «δε φταίει η Δωρούλα,μην τη μαλώσετε…»,εμένα να σκέφτομαι ότι την έχω βάψει άμα πάμε σπίτι,και μετά μια πολύ σοβαρή συζήτηση με τη μαμά και το μπαμπά στο σαλόνι.Πάντως,προς υπεράσπισή μου,η μαμά μου λέει ότι δεν το έκανα εγώ,και το θύμα,ε…η Μέλλω, δε θυμάται καν το συμβάν. Μάλιστα, συγκατοικήσαμε κιόλας έναν ολόκληρο χρόνο. Κάτι φήμες λένε για πιθανή διάσειση…
Υ.Γ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε πριν το απεχθές συμβάν και αποδεικνύει πιστεύω πως δεν είχα καμία κακή πρόθεση. Δε βλέπετε με τι αθώο βλέμμα την κοιτάζω…;



I Don't Want To


Είστε όλοι τόσο ξεχωριστοί για μένα...

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Δυο μέρες μόνο

Τελικά δυο μέρες μόνο φτάνουν να σου φτιάξουν το κέφι και να σε γλυκάνουν για πολύυυυυυυ καιρό. Η συνταγή είναι πολύ απλή. Εγώ δοκίμασα δύο παραλλαγές, και οι δύο νοστιμότατες. Πάρτε χαρτί και μολύβι και σημειώστε:
Για την πρώτη, χρειάζεστε απλά μια γλυκιά ύπαρξη, κατά προτίμηση θηλυκή. Τώρα βέβαια εξαρτάται από την ποιότητα γλύκας και το ποσοστό που περιέχει. Αν, ας πούμε, καταφέρετε να βρείτε μία σαν τις καλές σοκολάτες, που έχουν μια τζούρα από παράδεισο, είστε σε πολύ καλό δρόμο. Έπειτα, χρειάζεστε ένα νυφικό. Επίσης κατά προτίμηση, ένα υπέροχο νυφικό. Άμα δε μπορείτε να βρείτε ένα, απλά αφήστε την προαναφερθείσα να διαλέξει ένα. Πάντα πέφτουν διάνα στα νυφικά και στους ανθρώπους. Και μετά απλά χαζέψτε. Δεν εγγυώμαι βέβαια σε πόσες μέρες θα περάσει η επίδραση. Πιθανές παρενέργειες:Να κυκλοφορείτε σαν ζόμπι για μερικά εικοσιτετράωρα, να μην έχετε επαφή με το περιβάλλον, να κοιτάτε τους γύρω σας με το βλέμμα του γατούλη στο Σρεκ…Πάντως δεν συνιστάται ο χειρισμός βαρέων μηχανημάτων και η οδήγηση όπως λένε και στα φάρμακα .ΠΡΟΣΟΧΗ! Η παραπάνω συνταγή γαρνίρεται και με ασορτί γελαστρόνι γαμπρό, και προσφάτως ανακάλυψα ότι με το σετ πηγαίνει πακέτο και υπεργελαστρόνι κουμπάρος.
Για τη δεύτερη θα χρειαστείτε λίγο παραπάνω κόπο…και…χμ…χρόνο. Βασικά στην αρχή η συνταγή είναι πολύ εύκολη. Απλά ξαπλώνετε ανυποψίαστοι με τον εκλεκτό της καρδιά σας και κάνετε τα ακατονόμαστα. Μετά το βάζετε στο φούρνο και περιμένετε εννέα μήνες. Και μετά, εμφανίζεται ένα μικρό ανθρωπάκι. Δε λέω, έχει ζαρωμένα χέρια λες και έχει μείνει τρεις ώρες πλατσουρίζοντας στη μπανιέρα, και δε βλέπει την τύφλα του, αλλά κάνει ωραίες γκριμάτσες και κοιμάται πιο γαλήνια κι από καλοταϊσμένος γάτος. Άσε που σου μένει και για μετά γιατί δε μπορείς να το φας όλο με τη μία ,και σε τρελαίνει στις ατάκες. Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, η Ελευθερία απέκτησε αδερφούλα. Δεύτερο ζευγάρι φτερά…
Για όσους λοιπόν προσπαθούν να μας μιζεριάσουν, υπενθυμίζω ότι για τους παραπάνω λόγους ακόμα τραγουδώ “What a wonderful world...”Ελάτε τώρα,αφού σας ακούω που το σιγομουρμουρίζετε κι εσείς...

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Εσείς τι θα κάνετε την Κυριακή;


Την Κυριακή,που είναι μέρα εκλογών,έχει τα γενέθλιά της η τρίχρονη βαφτισιμιά του μπαμπά μου,η Ελευθερία.Σήμερα έπρεπε να της πάρουμε το δώρο της,και επειδή δε μπορούσαμε να καταλήξουμε,την πήραμε τηλέφωνο να τη ρωτήσουμε μήπως έχει διαλέξει κάτι.Στην ερώτησή μας λοιπόν αν έχει δει κάποιο παιχνίδι από κάποια διαφήμιση,ή κάτι που να είχε κάποιο άλλο παιδάκι και να της άρεσε,πήραμε την εξής αφοπλιστική απάντηση:"Φέτος είμαι τρία.Θέλω για τα γενέθλια μία σοκολάτα,dvd με παιδικά,και φτερά".Και βέβαια η μαμά μου τη ρώτησε με την γνωστή αφέλεια των μεγάλων τι τα θέλει τα φτερά."Μα για να πετάξω καλέ νονά."
Όσο λοιπόν θα βγάζουν exit poll την Κυριακή,εγώ θα έχω αγκαλιά την Ελευθερία με τα φτερά της.Ζηλεύετε;Σας παίρνω κι εσάς ένα ζευγάρι φτερά άμα έχετε τα κότσια να τα φορέσετε...

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Ο Μήτσος ο καλουπωτζής

Η ιστορία που ακολουθεί αποτελεί την εκδίκηση για όλα τα χρόνια κοροϊδίας της παιδικής μου αθωότητας.
Ο μπαμπάς μου, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ελαιοχρωματιστής. Άλλο τώρα που είναι ψώνιο και θέλει να τον αποκαλούμε «μακιγιέρ μεγάλων επιφανειών». Για κάποιο χρονικό διάστημα λοιπόν, γύρω στα έξι μου χρόνια, περνούσε πολλές ώρες στη δουλειά, και μερικές φορές δεν προλάβαινα να τον δω το βράδυ που γύριζε σπίτι. Το ίδιο συνέβαινε και το μεσημέρι που γύριζα από το νηπιαγωγείο, αφού ο μπαμπάς ήταν πολύ κουρασμένος και κοιμόταν για να ξαναπάει στη δουλειά το απόγευμα. Εξαιτίας αυτού του παράξενου προγράμματος , μερικές φορές περνούσαν και δυο, ίσως και τρεις μέρες χωρίς να ειδωθούμε.
Μία από αυτές τις περιπτώσεις απουσίας λοιπόν, χρησίμεψε ως παγίδα για να αντλήσουν έξτρα υλικό για πείραγμα. Ένα πρωί με ξεμοναχιάζει ο μπαμπάς με το πρωινό μου γαλατάκι στο χέρι και μου λέει:
-«Κοίτα Δωράκι, από ότι έχεις δει τις τελευταίες μέρες γυρίζω αργά το βράδυ. Και τις περισσότερες φορές φεύγω πριν ξυπνήσεις για το σχολείο. Η μαμά μένει πολλά βράδια μόνη της. Όσο λοιπόν λείπω, θέλω να την προσέχεις λίγο, εντάξει;»
-«Εντάξει μπαμπά»,αποκρίθηκε το μικρό, ανυποψίαστο θύμα.
Δε μου μπήκαν τίποτα ιδέες στο μυαλό. Αρνί σας λέω, του γαλάκτου μάλιστα.
Την επομένη το πρωί ξυπνάω και πάω προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου. Βλέπω έναν κύριο ξαπλωμένο με πλάτη σε μένα, με τα εσώρουχα. «Α τι καλά, ο μπαμπάς δεν πρόλαβε να φύγει»,λέω.
-«Μπαμπά;»
-«Ποιος μπαμπάς παιδί μου, δεν είμαι ο μπαμπάς σου εγώ».(με βραχνή φωνή)
-«Και τότε ποιος είστε κύριε;»
-«Ο Μήτσος ο καλουπωτζής».
Παγάκι εγώ. Τελικά ο μπαμπάς είχε δίκιο. Κάτι ήξερε και με προειδοποίησε να προσέχω τη μαμά. Τρέχω γρήγορα στο δωμάτιό μου να ζυγιάσω την κατάσταση. Να το πω, ή να μην το πω; Και στο καπάκι, έρχεται η καταστροφή. Μπαίνει ο μπαμπάς με τη φόρμα της δουλειάς χαμογελαστός. Και έρχεται η ερώτηση-παγίδα.
-«Τι κάνεις μωρό μου, όλα καλά;»
-«Ναι μπαμπά, καλά».
-«Θυμάσαι αυτό που σου ζήτησα χτες;»
-«Ναι μπαμπά».
-«Έκανες όπως σου είπα; Έγινε τίποτα περίεργο;»
Να σε δω τώρα κυρία μου. Που ο μπαμπάς σε εμπιστεύτηκε ως θεματοφύλακα των ηθικών αξιών της μικρής πλην τίμιας οικογενείας μας. Τι θα πεις τώρα;
-«Όχι μπαμπά, τίποτα…» ψέλλισα με φωνή που ίσα που ακουγόταν.
-«Ωραία, άντε ντύσου τότε, η μαμά σε περιμένει να πάτε για ψώνια».
Η γειτονιά μας τότε ήταν μια μικρή συνοικία. Από αυτές που όλοι το βράδυ έβγαζαν καρέκλες στο πεζοδρόμια και κουβέντιαζαν σε πηγαδάκια. Και φυσικά, που όλοι γνωρίζονταν. Είχε και ένα μικρό μίνι μάρκετ.
Με παίρνει λοιπόν η μαμά και ξεκινάμε για τα ψώνια… Εμένα όμως μέσα μου με έτρωγε η αδικία. Πώς μπόρεσα κι έκανα τέτοιο πράγμα; Φτάνουμε λοιπόν, και παίρνω τη λίστα με τα ψώνια με βαριά καρδιά. Η ιδιοκτήτρια και οι γειτόνισσες με έκαναν χάζι, γιατί ήξερα ήδη να διαβάζω και ήξερα και τι μάρκα παίρναμε από το κάθε είδος, οπότε η μαμά με άφηνε να τα κάνω μόνη μου τα ψώνια και κουβέντιαζε με τις άλλες κυρίες. Να κατεβάζω εγώ το λάδι από το ράφι, και να σκέφτομαι το λάθος μου. Το βαρύ μου κρίμα. Και τελειώνω τα ψώνια λοιπόν, πάω το καλάθι μου στο ταμείο, και λέει η μαμά:
«Α, να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και ξυριστικές μηχανές του μπαμπά».
Και απαντάω εγώ με μια ανεπανάληπτη φυσικότητα:
«Μα γιατί να πάρουμε ξυριστικά του μπαμπά, αφού ο μπαμπάς έφυγε και τώρα σπίτι μας τα βράδια κοιμάται ο Μήτσος ο καλουπωτζής».
Φανταστείτε τώρα σκηνικό. Η μαμά να προσπαθεί να εξηγήσει στην κουτσομπόλα ιδιοκτήτρια ότι μου έκαναν πλάκα, και ότι ο μπαμπάς, ο οποίος είχε βραχνιάσει το προηγούμενο βράδυ, είχε ντυθεί γρήγορα-γρήγορα για να παραστήσει και το μπαμπά μου μετά το Μήτσο. Η ιδιοκτήτρια να απαντάει ότι δεν πειράζει, το κατάλαβε, τα παιδιά λένε διάφορες ιστορίες, αλλά να το βλέπεις στα μάτια της ότι δεν πίστευε λέξη από την εξήγηση της μαμάς. Κι εγώ, να μην καταλαβαίνω λέξη από όσα λένε και να αναρωτιέμαι τι να τα κάνουμε τα ξυριστικά, αφού ο μπαμπάς θα μας παρατήσει στάνταρ άμα μάθει τι έκανα.
Εμ, άμα δε βάζετε μυαλό, υπάρχει και Θεία Δίκη παιδιά…

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007

She and her cat

Καλό φθινόπωρο...

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

Daddy's girl

Νομίζω ότι σαν αναγνωστικό κοινό έχετε ωριμάσει αρκετά για να σας εμπιστευθώ και την παρακάτω ιστορία. Παρακαλώ όσο διαβάζετε να έχετε κατά νου πόσο αφελής και αθώος άνθρωπος είμαι και ότι συχνά πέφτω θύμα εξαπάτησης προς τέρψη κακεντρεχών ανθρώπων, που χαίρονται να γελούν με τα παθήματά μου.
Κλασσική περίπτωση τέτοιου ανθρώπου, ήταν ο μπαμπάς μου. Ο παρελθοντικός χρόνος υποδηλώνει ότι τώρα πια έχει σταματήσει να το κάνει και με έχει παραδώσει πια στα χέρια άλλου βασανιστή.
Σαν παιδάκι, είχα λέγειν.
Και συχνά μπορούσε να με βρει κανείς στο προαύλιο του σχολείου να βγάζω λόγο στα παιδάκια της τάξης, που με άκουγαν πάντα με ανοιχτό το στόμα (να βλέπει τι έχασε η Νομική…)Ως εκ τούτου, είχα επιρροή στους συμμαθητές μου, οι οποίοι συχνά έχαφταν πολλές βλακείες που έλεγα, όπως για παράδειγμα ότι το πράσινο, γλοιώδες φαντασματάκι των Ghostbusters ζούσε στην κουζίνα μας. Μάλιστα, είχαν έρθει να το δουν κιόλας.
Εν ολίγοις, κανείς μεγάλος δεν είχε δώσει σημασία σε αυτό το θέμα, και μάλιστα πολλές φορές έβρισκαν και χαριτωμένη την συμπεριφορά μου αυτή. Όχι όμως κι εκείνη τη φορά.
Η δασκάλα μας, στα πλαίσια ενός μαθήματος στο «Εμείς κι ο κόσμος»,μας ζήτησε να ρωτήσουμε τη μαμά και το μπαμπά αν έχουν κάτι αξιοσημείωτο να μας διηγηθούν από τη γέννησή μας. Οτιδήποτε, κάποιο γεγονός στην εγκυμοσύνη της μαμάς, κάποια αστεία αντίδραση, κάτι. Πήγαν λοιπόν κι εγώ στο σπίτι, και για κακή μου τύχη, ρώτησα τον προαναφερθέντα διαφθορέα. Με καθίζει λοιπόν κάτω ο μπαμπάς και μου λέει: «Λοιπόν Δωράκι, για μας τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Είδες πόσο δύσκολο πράγμα είναι η εγκυμοσύνη.» Ο αδερφός μου ήταν περίπου ενάμισι έτους και θυμόμουν πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα για την καημένη τη μαμά που έπρεπε να φουσκώσει σαν κέικ με Φαρινάπ, και μετά να πάει σε αυτό το μεγάλο άσπρο κτίριο… «Αποφασίσαμε λοιπόν με τη μαμά να τα μοιραστούμε. Έτσι δεν πρέπει να κάνουν οι μπαμπάδες;» Ναι, ναι, συμφώνησε η μικρή σουφραζέτα μέσα μου. «Ε οπότε είπαμε να κάνω εγώ εσένα και η μαμά το μπέμπη.» Κοίταξα το μπαμπά με δυσπιστία. Μα γίνεται αυτό; Δεν έχω δει άλλους μπαμπάδες να το κάνουν. Αλλά και πάλι, έτσι δεν είναι το δίκαιο; Οπότε οι αμφιβολίες μου πήγαν περίπατο και πήγα να παίξω στο πάρκο, με την ιστορία μου έτοιμη για την επόμενη μέρα.
Το επόμενο πρωί, ήπια το γάλα μου, έβαλα την τσάντα μου, και ξεκινήσαμε για το σχολείο. Φίλησα τη μαμά, και έτρεξα στην τάξη. Θυμάμαι καθόμασταν σε Π. Ξεκινάει λοιπόν ο πρώτος, λέει τα δικά του. Λέξη δεν άκουγα εγώ. Αρχίσει η δεύτερη, έλεγε κάτι για το λώρο που είχε τυλιχτεί γύρω από το λαιμό της στη γέννα. «Λέγε εσύ κορόιδο»,έλεγα εγώ από μέσα μου. Και φτάνει η σειρά μου…Και ρίχνω τη βόμβα:
«Εμένα με έκανε ο μπαμπάς μου.»
Μία ολόκληρη τάξη με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια. Κι αρχίζω εγώ να εξηγώ τη θεωρία του μπαμπά, απτόητη από την έκφραση της κυρίας μου, που είχε πάρει ένα διόλου ενθαρρυντικό μελιτζανί χρωματάκι. Ήμουν και η συμπάθειά της βλέπετε. Το καμάρι της. Και να αρχίσει η μισή τάξη ένα κλάμα…άνευ προηγουμένου. Είπαμε, έπειθα. Εσάς δηλαδή δε θα σας έπεφτε κομματάκι βαρύ να μαθαίνατε ότι θα μπορούσε να σας κάνει ο μπαμπάς σας και δεν το έκανε ο άκαρδος, να ξαλαφρώσει λιγάκι και την καημένη τη μαμά;
Εκείνο το μεσημέρι, επέστρεψα σπίτι μαζί με την κυρία μου, που τύγχανε να είναι και οικογενειακή μας φίλη. Η οποία φώναξε έξαλλη το μπαμπά μου στο κεφαλόσκαλο. Εμένα με έστειλαν μέσα. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αναστατώθηκε τόσο. Μήπως ήθελε κι αυτή να την είχε κάνει ο μπαμπάς της;