Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Kalymnos reloaded

Να ‘μια λοιπόν, άλλη μια χρονιά στην Κάλυμνο… Τα πράγματα δεν ήρθαν όπως σχεδιάζαμε, αλλά όταν σε καλεί το καθήκον δε μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Η αλήθεια ήταν ότι ξεκίνησα το ταξίδι του γυρισμού με βαριά καρδιά. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι εύκολο να μετακομίζεις στα καλά του καθουμένου, και να βάζεις όλα σου τα σχέδια στην κατάψυξη για έναν τουλάχιστον ακόμα χρόνο. Ούτε είναι εύκολο να αποχωρίζεσαι τους αγαπημένους σου ανθρώπους και να επιστρέφεις σε έναν τόπο όπου πέρασες μία από τις χειρότερες περιόδους της ζωής σου. Αλλά thats life

Το λεωφορείο που με πήγε στην Αθήνα έφυγε στις μία μετά τα μεσάνυχτα. Με χάλια διάθεση, εγώ, το βαλιτσάκι μου που με έχει συντροφεύσει σε όλα μου τα ταξίδια και τις μετακομίσεις, και το λάπτοπ μου, ταξιδέψαμε όλο το βράδυ για να φτάσουμε ξημερώματα στην πρωτεύουσα και από εκεί να πάμε στο αεροδρόμιο. Είδα συναδέλφους το ίδιο εξαντλημένους με μένα, άλλους με λίγα πράγματα για τις πρώτες μέρες, άλλους με μεγάλες βαλίτσες. Είπαμε τα νέα μας, τα παράπονά μας, και μία ώρα μετά σκορπίσαμε από το αεροδρόμιο του νησιού για να κάνουμε ο καθένας πράξη ανάληψης και να βρούμε σπίτια. Περιττό να πω ότι δεν ήθελα να δω κανέναν, και ήμουν ο εν ζωή πιο γκρινιάρης άνθρωπος σε αυτό τον πλανήτη. Πήρα ένα ταξί και πήγα στο παλιό μου γραφείο, για να αφήσω προσωρινά τα πράγματά μου και να ψάξω για σπίτι.

Ο προϊστάμενός μου με αγκάλιασε γελώντας με τα μούτρα μου που σέρνονταν στο πάτωμα, και η κ. Ευδοκία-που απέκτησε και δεύτερο εγγονάκι όσο έλειπα- μετά από μια μεγάλη αγκαλιά μου ψιθύρισε στο αυτί «ξέρω ότι εσύ δε χαίρεσαι και τόσο, αλλά εμείς χαιρόμαστε πολύ που μας ήρθες». Πριν προλάβω να αφήσω κάτω τη βαλίτσα, μου είχε παραγγείλει να φάω, και μου έδειχνε αγγελίες για σπίτια που μου είχε ξεδιαλέξει.

«Κράτησα το Μανώλη εδώ για να σε πάει να δεις τα σπίτια και να αποφασίσεις πιο θες».

Ο Μανώλης, πάντα χαμογελαστός και πρόθυμος, πάντα με το σοβαρό του πουκάμισο, με μακρύ μανίκι ακόμα και τον Αύγουστο. Κατεβαίνοντας παρέα τη σκάλα αισθάνθηκα μια τρομερή ανακούφιση, και όταν ανακάλυψα για μία ακόμα φορά ότι είμαι πολύ κοντή για να ανέβω στη μηχανή, με έπιασαν τα γέλια που χρωστούσα εβδομάδες τώρα. Είδαμε τα μισά διαθέσιμα σπίτια του νησιού, καθότι είμαι και στραβόξυλο, διαλέξαμε το πιο όμορφο, το μεσημέρι με πήγαν σπίτι με γεμάτες σακούλες από το μάρκετ, μεσημεριανό, και καμιά πενηνταριά υπενθυμίσεις «αν χρειαστείς τίποτα πάρε με». Ήδη την επόμενη μέρα ήμουν καλεσμένη στην Τέλενδο, για να κάνω τα μπάνια μου και να μαυρίσω, γιατί «είναι ντροπή να είσαι στην Κάλυμνο Αύγουστο και να είσαι σαν αγγλάκι».

Άνοιξα όλα τα παράθυρα, και με πήρε από τα μούτρα αυτός ο αέρας με τη μυρωδιά που μόνο τα νησιά έχουν, κι έβαλα στην αυλή μου ένα μπωλ παγωμένο νερό για τις γάτες της γειτονιάς. Φύτεψα δύο μεγάλους βασιλικούς, και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι η φετινή χρονιά θα είναι μοναδική. Και θα είναι.