Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Γράψε γράψε...τι θα γράψεις...

Έλαβα πριν μερικές μέρες από το σοφή Κουκουβάγια πρόσκληση για ένα πρωτότυπο παιχνιδάκι.Αντιγράφω τους όρους του παιχνιδιού ευθύς αμέσως από το Blog της:
Εντάξει, με το πληκτρολόγιο σε είδαμε…
Τα κουτσοκαταφέρνεις. Για να σε δούμε όμως και σε πιο κλασικά μέσα γραφής. Όχι, δεν ζητάμε να σκαλίσεις την πέτρα, να γράψεις στα τοιχώματα της σπηλιάς ή να πάρεις την πλάκα και το κοντύλι. Πάρε ένα στυλό, ένα μολύβι, ένα μαρκαδόρο, μια κηρομπογιά, ένα κραγιόν και γράψε κάτι. Κάτι που να σε αντιπροσωπεύει όμως. Γιατί όπως λέγανε και οι παλιοί scripta manent. Και πού το ξέρεις; Μπορεί κάποτε να εκδοθούμε σε λεύκωμα.
Γράψε λοιπόν, σκανάρισέ το και ανέβασε το στο blog σου.
Και μετά “ειδοποία ρε μπούρδα Καραβάγγο” για να προσθέσουμε το αυτόγραφο στην
συλλογή.
Ειδοποία, γράφοντας στο τέλος του ποστ σου το μαγικό ξόρκι: για το
http://autographcollectors.blogspot.com/

Δεν σκάναρα,φωτογράφισα.Αυτη η φράση του αγαπητού Oscar Wilde μου θυμίζει να είμαι αισιόδοξη ακόμα και στις χειρότερες και πιο μαύρες περιόδους.Για τους σκοπούς της φωτογράφισης χρησιμοποιήθηκε απογευματινός φωτισμός,Post-it της αγαπητής Saigon,και το μοντέλο μας,που προσφέρθηκε ευγενικά να βοηθήσει(ήταν νυσταγμένος,οικονόμησα ένα πακέτο γρατζουνιές σε τιμή ευκαιρίας μετά τη φωτογράφιση).
Για να δούμε τι θέλετε να μας πείτε ιδιοχείρως Saigon,Στοχαστή,Μανολίτο και Μαριλενάκι!Εννοείται όποιος έχει καμιά καλή έμπνευση και θέλει,είναι αυτόκλητος! :@)

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Handsfree

Εδώ και μερικές μέρες μου έχει σφηνωθεί στο μυαλό ένα τραγουδάκι που άκουγα μια μέρα γυρίζοντας από το απογευματινό μου ιδιαίτερο. Δε θυμάμαι ερμηνευτή, ούτε τίτλο, αλλά μου έμεινε ένας στίχος του που έλεγε ότι το γαρύφαλλο στ’ αυτί το έχει αντικαταστήσει ένα handsfree. Έμεινα να γελάω περπατώντας ανάμεσα σε έναν από τους δρόμους με την περισσότερη πολυκοσμία στη συνοικία μας. Μέχρι που το γέλιο μου άρχισε να ξεθωριάζει, γιατί παρατηρώντας όλο αυτό τον κόσμο να έρχεται και να φεύγει βιαστικός, συνειδητοποίησα ότι σε μεγάλο βαθμό αυτός ο στίχος περιγράφει την καθημερινότητά μας. Δεν είναι πολύ θλιβερό να βλέπεις κόσμο να μιλάει στον αέρα, αντί να μιλάει με τον άνθρωπο δίπλα του; Τόσο πιο προσιτό, τόσο πιο ανθρώπινο, και τόσο λιγότερο…καρκινογόνο από το handsfree(εκτός αν ο συνομιλητής σου σε πεθαίνει στο άγχος, οπότε προτίμησε το handsfree). Χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να σκέφτομαι κάτι που μου είχε πει η θεία μου η Μαρία όταν ήμουν μικρή: «Η καρδιά είναι το πιο αλάνθαστο μέτρο». Έτσι είναι. Όταν βλέπει αγάπη, χτυπάει δυνατά. Όταν βλέπει κίνδυνο, επίσης. Όταν δεν υπάρχει τίποτα που να την ενδιαφέρει, αφήνει τις ευγένειες κατά μέρος και συνεχίζει το ρυθμικό της χτύπο αμέριμνη, όσο κι αν προσπαθείς να την πείσεις να κάνει μια προσπάθεια.

Η σοφή θεία Μαρία, αδερφή του παππού μου, είχε αντικαταστήσει τους παππούδες μου, καθώς λόγω ενός μεγάλου καυγά στα τρία μου χρόνια, οι σχέσεις μας είχαν χαλάσει εντελώς. Να φανταστείτε μετά από τόσα χρόνια, τους γνώρισα ξανά στα 13 μου. Η θεία Μαρία λοιπόν, έπαιζε το ρόλο της γιαγιάς για μένα. Λουσάτη, περιποιημένη, με τα κατακόκκινα βαμμένα νύχια της, και…ανύπαντρη όλα της τα χρόνια, αποτελούσε σκάνδαλο για τη γειτονιά και την εποχή της. Θυμάμαι της άρεσε πολύ το κίτρινο και το ροζ φούξια, και πάντα μου έπλεκε κατακίτρινα συνολάκια που ξεπατίκωνε από περιοδικά μόδας. Έκανε τα πάντα για χάρη μου, καθότι εγώ πρωτότοκη και η θεία άκληρη, κάναμε ανεπανάληπτο δίδυμο. Μου έμαθε να μην νοιάζομαι τι λέει ο κόσμος, και να ντύνομαι όπως μου αρέσει. Επίσης μου έμαθε να μην το βάζω κάτω, παρόλο που η μαμά μου παραπονιόταν ότι με κάνει «γλωσσού».

Η θεία Μαρία λοιπόν, πάντα έκρυβε μια έκπληξη μόνο για τις δυο μας. Η πιο αγαπημένη μας στιγμή ήταν κάθε Κυριακή. Σηκωνόμουν από το πρωί με ανυπομονησία να πιω το ΝΟΥΝΟΥ μου, με τη μαμά πάνω από το κεφάλι μου να φωνάζει «τι το λιβανίζεις μια ώρα, πιες το» κι εγώ να περιμένω να γυρίσει από την άλλη για να το χύσω στο νεροχύτη. Μετά διαλέγαμε τα καλά μου ρούχα και ντυνόμουν με μεγάλη επιμέλεια. Κόκκινο λουστρινάκι, σοσονάκια ίσια μεταξύ τους, και τα μαλλιά κάτω όπως άρεσαν στη θεία, που είχε καημό το ίσιο της μαλλί που το τύλιγε για να γίνει σγουρό, και αδυναμία στις μπούκλες μου. Κατά τις 12 άκουγα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα της τζαμαρίας, και έμπαινε η θεία. Με ένα κόκκινο κραγιόν ασορτί με τα νύχια, στην τρίχα πάντα. Με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε στη στάση του λεωφορείου. Παρόλο που δε μπορούσε να στέκεται πολύ ώρα όρθια, δεν παίρναμε ποτέ ταξί επειδή μου άρεσε να χτυπάω εγώ τα εισητήρια. Κατεβαίναμε στην παραλία και πηγαίναμε στο Μεταφτσή, που ήταν ένα ξακουστό εστιατόριο της εποχής. Η θεία έτρωγε φιλέτο κοτόπουλο αλα κρεμ, παρόλο που ο γιατρός της είχε απαγορέψει τα γαλακτοκομικά και τα λίπη. Εγώ έτρωγα πατάτες τηγανητές, τη μεγάλη λατρεία μου. Ακόμα θυμάμαι πως κορδωνόμουν όταν τις έφερνε ο σερβιτόρος σε μια λευκή, πορσελάνινη πιατελίτσα, και κρατούσα ευλαβικά το πιρούνι με το αριστερό και το μαχαίρι με το δεξί, όπως μου είχε δείξει, για να δείξω τους καλούς τρόπους μου. Μετά κάναμε βόλτα στην παραλία, και μου έπαιρνε πάντα ένα γυαλιστερό μπαλόνι με ήλιον, που τις περισσότερες φορές βλέπαμε να φεύγει στον ουρανό επειδή γλίστρισε το κορδελάκι από το ιδρωμένο χέρι μου.

Η θεία Μαρία έφυγε πριν αρκετά χρόνια. Μέρες σαν τη σημερινή, σκέφτομαι ότι μπορεί στ’ αλήθεια ο κάθε άνθρωπος να είναι νησί, όπως λένε. Ίσως για αυτό η θεία δε βρήκε κάποιον να της κρατάει το χέρι με τα κατακόκκινα νύχια μέσα σε όλον αυτό τον ωκεανό. Άμα όμως ισχύει, κι εσύ είσαι χαμένος στο νερό και τον βρεις, δεν είναι η στεριά που θα σε σώσει; Για σηκώστε το βλέμμα σας και αγναντέψτε τον ορίζοντα. Τόσα νησιά περιμένουν να τα ανακαλύψετε, αρχίστε κουπί.

Και επειδή σας μέλωσα πολύ με τα φιλοσοφικά μου, πάρτε λίγο μεζέ από Σείριο να έρθετε στα ίσια σας.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Άλλος για Χίο τράβηξε...

Πριν αρχίσω το σημερινό ποστ, παραίνεση:

Όσοι ακούτε Stavento,λυπηθείτε όλους εμάς που δεν ακούμε. Αν σας αρέσει η Καλομοίρα, μην ντρέπεστε να το παραδεχτείτε. Αν σας αρέσουν τα Ημισκούμπρια, το ίδιο. Αν σας αρέσουν και τα δύο, ακούστε τα και τα δύο. Αλλά μια κοπελίτσα που νιαουρίζει, με μια παρέα μανταχαλαίους να μουρμουράνε στίχους χωρίς νόημα ΔΕΝ είναι ραπ, χιπ-χοπ, ή ότι άλλο τέλος πάντων θέλουν να θεωρούνται. Και προς Θεού ,δεν είμαστε βαρήκοοι!

Τώρα μπορώ να αρχίσω λοιπόν. Τις τελευταίες μέρες διένυσα κυριολεκτικά όλη την Ελλάδα. Ξεκινώντας από τον μικρό και φτωχικό μας Βόλο, έφτασα στην Αλεξανδρούπολη(την οποία δεν πρόλαβα να δω καθόλου επειδή ήταν ταξίδι αστραπή) και δύο μόνο μέρες μετά, κατέβηκα στην Τρίπολη. Παρέδωσα τον Μούκο μου στα χέρια της μαμάς πατρίδας τραγουδώντας «Αεροπόρος θα γενώ…»

Για το ταξίδι στην Αλεξανδρούπολη δεν έχω να πω και πολλά, κάτι συγγενείς γνωρίσαμε και τιγκάραμε στις καριόκες. Αλλά για το ταξίδι στην Τρίπολη…

Τι να πρωτοπώ. Μπαίνοντας στην πόλη μετά από έξι ώρες ταξίδι ,το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν μια ωραιοτάτη αφίσα του μεσιέ Καρατζαφέρη, με δυο χέρια από κάτω(για το σύνθημα «Χέρι-χέρι με τον Καρατζαφέρη» βρε ανίδεοι, τς τς τς…) και την επεξηγηματική λεζάντα «είναι ο καλύτερος επειδή το απέδειξε και στην Ευρώπη».Τι να πω, άσχετη είμαι από πολιτικά, αλλά αφού το απέδειξε ο άνθρωπος, να μην το πούμε; Δεν έδωσα σημασία, και προχώρησα προς το ταξί που θα μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Ανοίγοντας την πόρτα του πορτ μπαγκάζ για να βάλουμε τις βαλίτσες, ερχόμαστε φάτσα κάρτα με ένα φραπεδοπότηρο. Με τον ξεραμένο αφρό του φραπέ. Ναι, και το σπαστό καλαμάκι. Όχι, δεν ήταν το πλαστικό, από αυτά που παίρνουμε στα ταξίδια, ούτε το άλλο που παίρνουμε από τις καντίνες κατά μήκος της εθνικής οδού. Κανονικότατο φραπεδοπότηρο που μοίραζε ο νες την προηγούμενη δεκαετία ήταν, και μάλιστα με την επωνυμία πάνω. Πήγα να τα μπήξω, αλλά όπως πάντα ο μούκος περιέσωσε την λιγοστή μου αξιοπρέπεια και με έχωσε στο ταξί. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο υπό τη συνοδεία Βασίλη Καρρά(non-stop) και με ένα μάτσο περιοδικά στο πίσω κάθισμα λες και είχαμε πάει οδοντίατρο. Στην πλατεία που ήταν το ξενοδοχείο μας θαυμάσαμε με περισσή ευχαρίστηση το εικαστικό δρώμενο για την Πασχαλιά:ένα μάτσο υπερμεγέθη κεριά, δυο φορές το μπόι μου, σε φλούο χρώματα. Η ρεσεψιονίστ αφού τακτοποίησε τα διαδικαστικά μας παρέδωσε το κλειδί, το οποίο συνοδευόταν από…Εδώ σας θέλω. Ξέρω τι θα πείτε, από μπρελόκ, από καρτούλα που τοποθετείται σε ειδική εσοχή για το ρεύμα, από πάσο…Όοοοχι αγαπητοί. Συνοδευόταν από ένα τεράστιο γκουμουτσοειδές κατασκεύασμα που προσομοίαζε σε πόμολο. Ιδέα δεν είχαμε τι ήταν. Αλλά όταν ανεβήκαμε στο δωμάτιο και είδαμε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, υποθέσαμε ότι είναι για να βαράς κατακούτελα τους πιθανούς διαρρήκτες…Ε λοιπόν, έχω δει πετσέτες με μονόγραμμα, μαντίλια με μονόγραμμα, ακόμα και σαπουνάκια με μονόγραμμα…αλλά λεκάνη τουλέτας με το μονόγραμμα του ξενοδοχείου δεν είχα ξαναματαδεί.

Το απογευματάκι είπαμε να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη. Η σύντομη περιήγησή μας μας γέμισε ενδιαφέρουσες πληροφορίες, όπως:

  • Υπάρχει κατάστημα «Όλα 300» που έγραφε στην πινακίδα του ότι έχει ΚΑΙ είδη βαπτιστικών ΚΑΙ γάμου παρακαλώ. Σπεύσατε.
  • Αν αρρωστήσετε στην Τρίπολη, δεν υπάρχει κανένας φόβος, έχει σε κάθε γωνία φαρμακείο και γιατρό. Επίσης έχει σε κάθε γωνία(δίπλα από το φαρμακείο) κατάστημα παπουτσιών και κάβα κρασιού.
  • Αν είστε πολύ θρήσκος, η Τρίπολη είναι η πόλη για σας. Κάθε μαγαζί, ανεξάρτητα από το είδος που εμπορεύεται, διαθέτει και θρησκευτικά είδη. Είδαμε μέχρι και βιβλιοπωλείο που αντί για βιβλία στη βιτρίνα είχε αγιογραφίες(και δίπλα μολυβάκια του Μπομπ Σφουγγαράκη).
  • Είναι η μοναδική πόλη όπου μπορείτε να θαυμάσετε αρχαιοελληνικά αγάλματα στις ταράτσες εμπορικών καταστημάτων, φωτισμένα με μπλε νέον(ασχολίαστο).

Αφού λοιπόν περάσαμε το κομμωτήριο «Η Λυγερή» και αποφασίσαμε ότι η «κοσμική ταβέρνα Η ωραία Τριπολιτσά» δεν ήταν για μας, καταλήξαμε να πάρουμε το βραδινό μας σε ένα συμπαθέστατο μεζεδοπωλείο. Ωραίο φαγητό, ευγενέστατοι υπάλληλοι, μείναμε υπέρευχαριστημένοι.

Το επόμενο πρωί συνόδεψα το έτερον ήμισυ στο στρατόπεδο, και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Α,είδα και τον ισθμό(σιγά το πράγμα πια, τι το κάνουν τόσο θέμα).

Έχω και μια απορία. Στον τρισάθλιο τον σταθμό Λιοσίων, το ξέρετε ότι πληρώνεις το χαρτί υγείας; Βασικά μέσα στις τουαλέτες έχουν βγάλει το χαρτί, και έξω από αυτές βρίσκεται μια κυρία που σου κόβει-με το αζημίωτο βέβαια-ένα μικρό κομματάκι και στο δίνει. Κι ο Θεός βοηθός…